Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο


Η ΚΛΕΙΔΟΚΡΑΤΟΡΑΣ άνοιξε την κρύπτη στον τοίχο και πήρε το Βιβλίο. Ήταν παράδοση μία φορά το χρόνο να γράφει στο αρχείο τα σημαντικότερα γεγονότα. Έκατσε στο γραφείο και έριξε μία ματιά στις οθόνες. Άνοιξε το Βιβλίο πήρε ένα φτερό από κόκορα το βούτηξε στο παντζαροχυμό, έγραψε ‘ 25-12-401 μ.Κ.’ και σταμάτησε.


-25ος αιώνας, ψιθύρισε  και το βλέμμα της πλανήθηκε στο μικρό χώρο της κάψουλας. 400 χρόνια διαβίωσης στα έγκατα της γης μετά την Καταστροφή! Αναρωτιόταν αν εκείνοι οι πρώτοι άνθρωποι φαντάζονταν ότι θα φτάνανε τόσο μακριά, αλλά ο άνθρωπος επιβιώνει και προσαρμόζεται πολύ καλύτερα όταν δεν έχει γνωρίσει άλλες συνθήκες.



Το βλέμμα της έπεσε στο τρίπτυχο με τις φωτογραφίες του Κωνσταντήν, του Αλέξανδρου και της Βέστα και μετά κοίταξε τον πίνακα με τους Νόμους που παρόμοιοι ήταν αναρτημένοι σε όλους τους χώρους της Ονειρούπολης. Τους μάθαιναν από παιδιά και στην ηλικία των 15 τους απήγγειλαν και ορκίζονταν ότι θα τους τηρήσουν.



ΝΟΜΟΣ 1ος. Απαγορεύεται η οποιαδήποτε παρέμβαση στους  Επίγειους.

ΝΟΜΟΣ 2ος. Αρχηγός στην Ονειρούπολη είναι η Κλειδοκράτορας και σε αυτήν υπακούω.

ΝΟΜΟΣ 3ος. Η ευθανασία επιτρέπεται μόνον όταν έχει ολοκληρωθεί η εκπαίδευση του αντικαταστάτη. Επιβάλλεται, όταν συμφωνούν οι δύο  ενεργοί Πολίτες και η Κλειδοκράτορας.



Υπήρχε ένας και μοναδικός νόμος για τις Κλειδοκράτορες. Δεν ήταν γραμμένος σε πίνακα αλλά στο μυαλό, στη ψυχή και στα κύτταρά τους. ‘Θα προστατεύω τους Επίγειους ακόμα και αν χρειαστεί να καταστρέψω την Ονειρούπολη’. Αρκούσε να σκεφτεί αυτή την φράση 5 φορές συνεχόμενες και το εμφυτευμένο τσιπάκι στον αυχένα της θα ενεργοποιούσε έναν μηχανισμό αναστολής των βασικών λειτουργιών της Ονειρούπολης και θα προκαλούσε στους ανθρώπους νάρκωση και ασφυξία.



Πώς πήγαινε το ποιηματάκι; ‘Η σκέψη σου σκοτώνει, τα κάνει όλα σκόνη’…Η μικρή είχε ταλέντο, ξεχώριζε με τη σοβαρότητά της και τις επιδόσεις της στα μαθήματα, μάλλον θα ήταν η μεθεπόμενη Κλειδοκράτορας.



Εχθές, στο Εστιατόριο, είχαν μαζευτεί όλοι, και οι 5 γενιές, για να γιορτάσουν τον ερχομό την νέας χρονιάς και του καινούργιου αιώνα. Είχαν φέρει ακόμα και τους δυο ψυχοπαθείς της 1ης γενιάς. Ήταν λυπηρό να τους βλέπεις αλλά τα μάτια τους ζωντάνεψαν για λίγο και φαίνονταν σαν να ενδιαφέρονταν.



Ήταν όπως πάντα μία θλιβερή μέρα γιατί δεν ξεχνούσαν ότι ήταν η ολέθρια επέτειος. Πόσο μπορούσαν να χαίρονται επειδή 58 άνθρωποι επιβίωσαν από όλη την ανθρωπότητα! Πόσο μπορούσαν να καμαρώνουν για τα λίγα φυτά και ζώα που διέσωσαν μαζί τους!



Ξανακοίταξε τη σελίδα μπροστά της με το ανακυκλωμένο χαρτί και άρχισε να συμπληρώνει την φόρμα που είχε κάνει εκείνη η χαρισματική Κλειδοκράτορας αιώνες πριν.



Στις γεννήσεις έβαλε παύλα. Η 5η γενιά είχε γεννηθεί πριν 10 χρόνια. Σε 5 χρόνια θα είχαν νέα γενιά.



Στους θανάτους έγραψε, <Ένας, με ευθανασία από την 1η γενιά. Αιτία θανάτου: σχιζοφρένια.> Η επανάληψη των ψυχικών διαταραχών ήταν η ανατρεπτική απόδειξη στην πεποίθηση της καλής προσαρμογής των Υπογείων. Ο ‘θάλαμος των συχνοτήτων' δεν είχε καμία επίδραση επάνω τους.



Στο σύνολο του πληθυσμού έγραψε 22. Η κάθε γενιά είχε 5 άτομα, πάντα 3 γυναίκες και δύο άντρες και απείχε ηλικιακά η μία από την άλλη 15 χρόνια. Έτσι η 1η γενιά ήταν στα 70, η 2η στα 55, η 3η, η δική της γενιά ήταν στα 40 και ήταν η ενεργή. Οι 2 άντρες και οι 2 γυναίκες ήταν οι Πολίτες και είχαν την ευθύνη για την λειτουργίας της Ονειρούπολης αλλά και για την εκπαίδευση της 4ης γενιάς που τώρα ήταν 25 χρονών. Η 5η γενιά ήταν στα 10.



Στην εκπαίδευση έγραψε <Καλώς>. Η 5η γενιά έκανε κάθε μέρα 6 ώρες μαθήματα που περιλάμβαναν βασικές έννοιες από Μαθηματικά και Γεωμετρία, Φυσική και Χημεία, I Φιλοσοφία και Ορθοδοξία. Ιατρική και Θεοσοφία. Εκπαιδευτές τους ήταν η 2η γενιά.



Έγραψε <Καλώς> και στην εκπαίδευση της 4ης γενιάς. Ο κάθε Πολίτης εκπαίδευε τον αντικαταστάτη του στην ειδικότητά του για 10 χρόνια και τον είχε για βοηθό του για τα υπόλοιπα πέντε χρόνια. Τα τελευταία χρόνια οι 3 γυναίκες κυοφορούσαν, η Κλειδοκράτορας όμως γεννούσε μία φορά. Η Πολίτης- Ιατρός γνώριζε την λειτουργία του ανθρώπου και έκανε όλες τις εγχειρίσεις που χρειάζονταν. Ο Πολίτης-Τροφοδότης ασχολείτο με τα φυτά και τα ζώα και φρόντιζε για τον πολλαπλασιασμό τους και την καλή τους ποιότητα. Ο Πολίτης-Μηχανικός είχε ευθύνη για την καλή λειτουργία των εγκαταστάσεων και η Πολίτης-Ψυχολόγος φρόντιζε για την πνευματική υγεία της Ονειρούπολης και παρακολουθούσε τους Eπίγειους.



Η σωστή επιλογή της Κλειδοκράτορα ήταν η σημαντικότερη. Τα πρώτα χρόνια παρακολουθούσε τα μαθήματα όλων των Πολιτών για να είναι σίγουρη ότι οι συνεχιστές μάθαιναν καλά τα καθήκοντά τους, αλλά και για να μπορεί να επέμβει σε περίπτωση ανάγκης. Δεν έπρεπε να χαθεί καμία ειδικότητα, η γνώση της ήταν ζωτικής σημασίας για την Ονειρούπολη. Τα επόμενα 5 χρόνια γινόταν η μύησή της στην όποια φιλοσοφία του Κωνσταντήν είχε διασωθεί και στην αναπνοή.



Κάθε 15 χρόνια έκαναν την γιορτή της Παράδοσης-Παραλαβής, οι συνεχιστές αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους και η Ιατρός εμφύτευε το Κλειδί στον αυχένα της Κλειδοκράτορα. Τότε μάθαινε για το Ιερό Βιβλίο που έπρεπε να τηρεί και παραλάμβανε τα κλειδιά της εισόδου και του οπλοστασίου.



Ήταν και η μοναδική χαρούμενη γιορτή τους.



Γνώριζαν ότι την παλιά εποχή οι άνθρωποι γιόρταζαν τα γενέθλιά τους ή την ονομαστική τους εορτή. Αυτά εξαλείφθηκαν γύρω στο 50 μΚ. Δεν είχαν ονόματα γιατί δεν τα ήθελαν. Το όνομα είναι υποδεέστερο της ειδικότητας και όταν κάποιος έκανε ή έλεγε κάτι έπρεπε να έχει τν ευθύνη της θέσης του.



Στους πρώτους επιστήμονες οι περισσότεροι ήταν Χριστιανοί αλλά υπήρχαν και 3 Μουσουλμάνοι, 4 Βουδιστές και 2 Άθεοι. Όταν μεγάλωσαν αρκετά τα πρώτα παιδιά, τέθηκε το θέμα της θρησκείας και της μέτρησης του χρόνου. Αποτέλεσμα της διαμάχης ήταν μία Υπερθρησκεία, δηλαδή αναφορές  στον Θεό, στον Αλλάχ, τον Ιαχβέ, τον Βούδα… Η Ονειρούπολη δεν θα άντεχε στον φανατισμό. Το μάθημα το δίδασκε ο Κωνσταντήν που είχε ασχοληθεί με όλες τις θρησκείες στη ζωή του και είχε καταλήξει εκεί από όπου είχε αρχίσει. Στην Ορθοδοξία. Επειδή όλοι είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη λογική και στη κρίση του από ό,τι στην προσωπική τους αντίληψη, η Ορθοδοξία επικράτησε. Σαν έναρξη του χρόνου πήραν την πρώτη μέρα μετά τη Καταστροφή.



Έριξε μία ματιά στις οθόνες και υποσυνείδητα αναζήτησε τον σύντροφό της. Πάντα την ξάφνιαζε η συγκλονιστική ομορφιά του, τόσα χρόνια και δεν την είχε συνηθίσει.









<<Από μικρή μου άρεσε πολύ να βλέπω παιδικές ταινίες και κινούμενα σχέδια αλλά δεν υπήρχαν πολλά. Μου είπαν όμως ότι ήταν τα καλύτερα γιατί ο Πρόεδρος ήθελε πάντα το καλύτερο για τους φιλοξενούμενούς του. Γέλαγα με όλες τις καρπαζιές και ήταν το μοναδικό γέλιο που ακούγονταν στην Ονειρούπολη αλλά όταν μεγάλωσε αρκετά και ο Λούη, ξεσηκώναμε τον κόσμο και κανείς ποτέ δεν μας είπε να κάνουμε ησυχία.



Με τις ταινίες και τις σειρές μαθαίναμε πως ήταν ο κόσμος παλιά, πριν την Καταστροφή. Αυτό που με μάγευε περισσότερο ήταν τα κύματα, αυτά θα ήθελα να δω πάνω από όλα, ένα μεγάλο μπλε κύμα με λίγο άσπρο αφρό στην κορυφή του, να σκάει πάνω στα βράχια. Είχα ένα CD με όλα τα κύματα που υπήρχαν στις ταινίες και ο Λούη που λάτρευε τον ήλιο είχε το δικό του με τις ανατολές και τις δύσεις. Μία μέρα ήρθε τρέχοντας και από το ενθουσιασμένο ύφος του κατάλαβα ότι κάτι σημαντικό είχε να μου πει.



-Δεν θα το πιστέψεις! Υπήρχε ένας βασιλιάς με το όνομά μου, που λάτρευε και αυτός τον ήλιο και τον λέγανε Βασιλιά- Ήλιο! Από αυτόν πήρα το όνομα.

-Λάθος! Όταν γεννήθηκες με ρώτησαν ‘Βέστα χρυσό μου, πώς να λέμε το αγοράκι;’ εγώ είπα, Λούη ντε Φινές.

-Λούη ντε Φινές; είπε δυσαρεστημένος. Δεν μου αρέσει, προτιμώ να σκέφτομαι ότι προέρχεται  από τον Βασιλιά - Ήλιο.

-Και εγώ τώρα που το ξανασκέφτομαι, λέω ότι προέρχεται από τον Λούη ντε Φακές!



Από αυτό το σημείο άρχισε ένας φοβερός καβγάς που είχε σαν αποτέλεσμα ένα συμφιλιωτικό CD, με τεράστια κύματα… στο ηλιοβασίλεμα, δώρο του μπαμπά-Ηλεκτρονικού.



Εκείνη την εποχή γελούσαμε και πειράζαμε όποιον βλέπαμε μπροστά μας. Τους αγαπούσαμε όλους αλλά είχαμε και τις προτιμήσεις μας. Συμφωνούσαμε και η δύο για τη μαμά-Οδοντίατρο που μας έκανε τα μαθήματά μας, ο Λούη είχε κλίση περισσότερο στον μπαμπά-Κτηνίατρο γιατί τον άφηνε να παίζει με τα γουρουνάκια και εγώ είχα μεγαλύτερη αδυναμία στη μαμά-Ψυχολόγο, μάλλον γιατί έπαιζε μαζί μας και μας μίλαγε περισσότερο από τους άλλους. Μια μέρα άρπαξα τον Λούη από το χέρι και τρέξαμε μπροστά της.



-Δεν καταλαβαίνω, στα έργα που βλέπουμε, την παλιά εποχή πολλές φορές ένα παιδί μπορούσε να έχει δύο μπαμπάδες, αλλά είχε πάντα μία μαμά, εμείς γιατί έχουμε πολλές μαμάδες;

-Γιατί βοηθήσανε όλες οι μαμάδες, ορκιστήκαμε ότι θα είστε παιδιά όλων μας και να μην σας αποκαλύψουμε ποτέ το μυστικό μας. Ήταν ένας βαρύς όρκος μεταξύ των γυναικών που...

-Και τους δύο μας δεν μας ξεγέννησε ο μπαμπάς-Γυναικολόγος;

-Φυσικά…

-Ωραία, αφού εσείς ορκιστήκατε και δεν μπορείτε να το πείτε, θα πάω να ρωτήσω εκείνον ποια μαμά γέννησε εμένα, είπα εκνευρισμένη.

-Και μένα, φώναξε ο Λούη χτυπώντας το πόδι του στο πάτωμα.

-Ησυχάστε, είπε και γονάτισε μπροστά μας. Δεν έχει σημασία ποια μαμά σας γέννησε γιατί όλες σας αγαπάμε το ίδιο. Όπως είπες και συ, τα παλιά χρόνια ήταν διαφορετικά, τώρα δεν μπορούμε όλες οι μαμάδες να έχουμε πολλά παιδιά γιατί δεν θα έφτανε η τροφή για όλους. Έχουμε εσάς, είστε παιδιά όλων και…

-Τα ξέρουμε όλα αυτά, την διέκοψα πάλι, όμως εμείς θέλουμε να μάθουμε ποια μαμά μας γέννησε, πάμε Λούη…

-Σταθείτε, δεν θα σας πει, δεν το ξέρει, δεν είδε γιατί…είχε διακοπή ρεύματος…

-Φτού, να πάρει η ευχή, είπε ο εύπιστος Λούη και η κουβέντα έμεινε εκεί.



Εμένα μου φάνηκε ύποπτη αυτή η σύμπτωση να έχει διακοπή ρεύματος και τις δυο φορές, αλλά ξαφνικά σκέφτηκα ότι αν τελικά ήξερα ποια ήταν η μαμά που με γέννησε μπορεί να απογοητευόμουν, γιατί ήθελα περισσότερο τη μαμά –Ψυχολόγο.



Παρότι είχαμε τους ίδιους γονείς ξέραμε ότι δεν ήμασταν αδέλφια, έτσι γνωρίζαμε πως όταν μεγαλώναμε θα παντρευόμασταν και ήμασταν σύμφωνοι στο θέμα αυτό, είχαμε όμως άγχος με το σεξ, γιατί κανείς από τους δυο μας δεν το ήθελε.

-Λούη, σου αρέσω;

-Φυσικά, περπατάς πολύ τσαχπίνικα, επανέλαβε την χιλιοειπωμένη φράση.



Μερικές φορές παρακολουθούσαμε τα δωμάτιά τους για να δούμε ποιος  ‘το’ κάνει και με ποιόν αλλά δεν είδαμε κίνηση και ησυχάσαμε κάπως. Γι’ αυτό και δεν καταλαβαίναμε την μανία τους με εκείνο το σήριαλ. Ήταν πάντα κάποιος εκεί και παρακολουθούσε και παρόλο που το είχαν δει πολλές φορές, αφού το βλέπανε χρόνια και χρόνια, τους κρατούσε το ενδιαφέρον. Όποτε προσπαθούσαμε να μπούμε στην Αίθουσα Ελέγχου, μας φωνάζανε ‘έξω, αυτά είναι έργα για μεγάλους’. Είδαμε ότι είχε γυμνούς, από κει καταλάβαμε ότι η υπόθεση είχε σεξ και αυτό μας άγχωνε λίγο. Εμάς μας άρεσαν τα έργα δράσης, δεν συγκρινόταν το ‘Αληθινά Ψέματα’ με αυτές τις σαχλαμάρες που έβλεπαν αυτοί! Καταλήξαμε ότι οι μεγάλοι είναι 'παράξενα φρούτα' και τους αφήσαμε στην ησυχία τους.



Μία μέρα μας φώναξε ο μπαμπάς-Γεωπόνος για να μας δείξει πως γονιμοποιούσε τα εσπεριδοειδή. Εγώ αμέσως ενημέρωσα τον Λούη ότι ‘γονιμοποιούσε’ σημαίνει, πως κάνουν σεξ τα φυτά. Ο μπαμπάς-Γεωπόνος έπαιρνε γύρη από το λουλούδι του ενός δέντρου και το έβαζε στο λουλούδι του άλλου δέντρου. Γονιμοποιήσαμε και εμείς μερικά δέντρα και ο Λούη μου ψιθύρισε ‘τελικά, νομίζω δεν με ενδιαφέρει καθόλου το σεξ’.



Τότε ήταν που έσβησε η μία λάμπα και ο μπαμπάς-Γεωπόνος αναστατώθηκε. Έτρεξε να βρει τους άλλους στο Εστιατόριο και τρέξαμε πίσω του και εμείς γιατί μας άρεσαν τα μπερδέματα και η αναστάτωση. Όσο δυσάρεστη και αν ήταν μία κατάσταση για τους μεγάλους, εμάς μας διασκέδαζε γιατί ζωντάνευε η Ονειρούπολη.



Αυτές οι λάμπες ήταν ειδικές και κάνανε ένα πράμα που το λένε ‘φωτοσύνθεση’ στα φυτά. Τώρα που κάηκε η μία, σύντομα θα ακολουθούσαν και οι υπόλοιπες και δεν γινόταν να διορθωθούν ούτε υπήρχαν άλλες προμήθειες.

-Αν δεν γίνεται φωτοσύνθεση θα μαραθούν τα φυτά και δεν θα έχουμε να τρώμε, ψιθύρισα στον Λούη, δεν μίλαγε όμως κανείς μεγάλος και ακούστηκα.

-Ευτυχώς που έχουμε πολλά γουρουνάκια, είπε σοβαρά ο μπαμπάς-Χημικός και ο Λούη έφυγε κλαίγοντας.

Δεν πήγα μαζί του γιατί ήθελα να παρακολουθήσω την συνέχεια, άλλωστε η μαμά-Ψυχολόγος που έτρεξε, θα τα κατάφερνε καλύτερα από μένα. Και καλά που έμεινα γιατί ξέσπασε ένας καταπληκτικός καυγάς.

-Ορίστε, τι κατάλαβες; Σου άρεσε που έκανες το παιδί να κλαίει; φώναξε ο μπαμπάς-Περιβαλλοντολόγος.

-Γιατί, ψέματα είπα; απάντησε ο μπαμπάς-Χημικός.

-Ψέματα δεν είπες, αλλά δεν ήταν ανάγκη να το πεις, αφού ξέρεις ότι τρελαίνεται για τα γουρουνάκια.

-Και εγώ το ίδιο!

Εκεί πάνω πιαστήκανε στα χέρια αλλά ο μπαμπάς-Κωνσταντήν σήκωσε τα δικά του και σταμάτησαν.

-Θα μετατρέψουμε το ασανσέρ και θα τα μεταφέρουμε εκεί.



Τι περίεργο! Αυτή η φράση δεν τους ανησύχησε καθόλου, το αντίθετο μάλιστα, φάνηκε να τους αρέσει. Ο μπαμπάς-Κωνσταντήν ήταν ένας σοφός και ότι έλεγε ήταν σωστό, αλλά εμένα μου σηκώθηκαν οι τρίχες από το φόβο. Πριν από το ασανσέρ ήταν μία πόρτα που είχε επάνω της μία νεκροκεφαλή και έγραφε <ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ> <ΚΙΝΔΥΝΟΣ-ΘΑΝΑΤΟΣ>. Έξω από αυτή τη πόρτα ήταν το ασανσέρ που οδηγούσε στον Επάνω κόσμο. Είχαν βγει πριν από χρόνια, και είδαν ότι η γη καταστράφηκε και δεν μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί γιατί ήταν γεμάτη από κάτι τεράστιους ιούς και μικρόβια! Όταν γύρισαν κλείσανε το ασανσέρ, αλλά κάποιοι μικροί ιοί τρύπωσαν μέσα και έτσι αν πέρναγες την <ΕΞΟΔΟ> θα κόλλαγες…θάνατο.



-Μα εκεί έξω υπάρχουν ιοί και μικρόβια! επεσήμανα ξεψυχισμένα.

-Ω! Το ξεχάσαμε, είπε η μαμά-Οδοντίατρος χτυπώντας τα μάγουλά της τρομαγμένα.

-Θα φορέσουμε τις στολές μας και θα τοποθετήσουμε τζάμια ώστε να περνάει το φως αλλά όχι τα μικρόβια… είπε ο μπαμπάς-Γεωπόνος.

-Μα…πώς γίνεται και το ξεχάσατε; Εγώ που είμαι τόσο μικρή το θυμάμαι και σεις το ξεχάσατε;

-Εσύ γεννήθηκες και έμαθες σε αυτές τις συνθήκες. Για μας είναι διαφορετικά. Μεγαλώσαμε αλλιώς και όσα χρόνια και αν περάσουν θα έρχονται στιγμές που θα ξεχνάμε, μου εξήγησε η μαμά-Οδοντίατρος. Συγκεκριμένα σήμερα που ξύπνησα σκέφτηκα να πάρω το αυτοκινητάκι μου και να πάω στην παραλία να …κολυμπήσω στα κύματα και…



Τότε ο μπαμπάς-Χημικός είπε σιγά μία βρισιά που έκανε τη μαμά-Οδοντίατρο να τον αγριοκοιτάξει, τον μπαμπά-Περιβαλλοντολόγο να φωνάξει αγανακτισμένος ‘βούλωσέ το επιτέλους’ και με έβγαλαν έξω. Όμως είχα ακούσει τη βρισιά. Είπε, ‘άλλα λόγια να αγαπιόμαστε’.



Έτρεξα χαρούμενη στο Λούη να του πω για την μεγάλη ανακατωσούρα που θα είχαμε και για τις στολές που επιτέλους θα βλέπαμε. Τις είχαν φυλαγμένες σε φοριαμούς και δεν τις έβγαζαν αλλά ξέραμε ότι ήταν σαν αυτές που φορούσαν στο έργο ‘ΑΠΟΛΛΩΝ 13’ Στο τέλος του είπα και την καινούργια βρισιά που άκουσα και ο Λούη είπε ‘Πωπω!’ αηδιασμένος.



Η Ονειρούπολη αναστατώθηκε σε λίγες ώρες. Ετοίμαζαν εργαλεία, σίδερα, ξύλα, χώματα και εμείς δεν ξέραμε που να πρωτοπάμε και τι να πρωτοδούμε. Και τότε ακούστηκε η φωνή του μπαμπά-Ασφάλειας από τα μεγάφωνα. ‘Η Ονειρούπολη τίθεται σε κατάσταση καραντίνας. Όσοι δεν έχουν στολές να μεταβούν και να παραμείνουν στα δωμάτιά τους…αμέσως’. Άρπαξα τον Λούη από το χέρι και τρέξαμε στο δωμάτιό μας.



-Τι κρίμα, του είπα, είμαστε οι μόνοι που δεν έχουμε στολές…



Η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν και 5 παιδικές στολές, ο Πρόεδρος είχε μεριμνήσει και για τα παιδιά των φιλοξενουμένων του, αλλά εμείς δεν το ξέραμε τότε.



Ο μπαμπάς- Ηλεκτρονικός είχε κάνει μία μουσική με της λειτουργίες του σώματός μου. Είχε βάλει τύμπανο για τον ήχο της καρδιάς μου, απαλό σύρσιμο των κυμάτων για την ανάσα μου, άρπα για το πετάρισμα των ματιών μου, ακόμη και των διαφορετικό ήχο των ποδιών μου είχε βάλει με πίκολο, κρατώντας την νότα λίγο παραπάνω. Με αγαπούσε πολύ για να το αλλάξει. Η <ΒΕΣΤΑ> ακουγόταν μόνιμα στους περισσότερους χώρους της Ονειρούπολης. Όταν σκέφτηκε να κάνει και <ΛΟΥΗ>, ο αγαπημένος μου τον έκοψε λέγοντας ‘όχι, θέλω να ακούγεται η <ΒΕΣΤΑ>.



Χαμήλωσα την ένταση και κολλήσαμε τα αφτιά μας στην πόρτα για να ακούσουμε τι γίνεται έξω, αλλά απογοητευτήκαμε. Έκανα τις ασκήσεις για το πόδι μου όταν μπήκε η μαμά-Ψυχολόγος με ένα δίσκο γεμάτο φαγητό, φορώντας τη στολή της. Εμείς ουρλιάξαμε από τον ενθουσιασμό μας και την αγκαλιάσαμε.



-Πρέπει να φύγω, είπε βιαστικά, γιατί έχουμε πολλές δουλειές. Εσείς να φάτε, να κοιμηθείτε και να περνάτε ωραία. Έχουμε καραντίνα και για να μην ανοίξει κάποιος αφηρημένος την πόρτα σας, θα την κλειδώσω. Βγήκε φουριόζα και μας κλείδωσε. Κοιταχτήκαμε αναποφάσιστα με τον Λούη γιατί δεν ξέραμε αν αυτό θα μας άρεσε, αν ήταν για καλό ή για κακό και εκείνος φοβούμενος τα χειρότερα πέταξε τη βρισιά του.

-Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε!



Άσχημο πράμα η καραντίνα. Μείναμε μέρες κλεισμένοι και αν δεν έρχονταν να μας βλέπουν με τις στολές τους κάθε τόσο, θα είχαμε τρελαθεί. Όταν βγήκαμε έξω διαπιστώσαμε κάποιες αλλαγές. Πρώτα - πρώτα μας έβαλαν σε καινούργιο δωμάτιο κοντά στο Εστιατόριο, και ο μπαμπάς-Γεωπόνος μεταφέρθηκε στο άλλο άκρο, κοντά στην <ΕΞΟΔΟ> για να βρίσκεται δίπλα στο χώρο της δουλειάς του. Στο εξής, λόγω των ιών και των μικροβίων, δεν θα μπορούσαμε να πάμε να τον βοηθήσουμε όμως εμάς δεν μας πολυένοιαζε γιατί, το καταπληκτικότερο όλων, μας έδωσαν το χώρο των φυτών, για λίγο καιρό. Εκείνος ο τεράστιος χώρος θα ήταν δικός μας! Είχαν μείνει χώματα, γλάστρες, μαραμένα λουλούδια, χαλασμένα εργαλεία, παλιοπράματα, και γενικά ήταν ένα πρώτης τάξεως αποθηκαριό.



-Αυτό θα είναι το γραφείο μας, είπα ενθουσιασμένη στο Λούη, θα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε...

-Και να μην αφήνουμε τους μεγάλους να μας ενοχλούν!

Έγραψα σε ένα χαρτόνι με μεγάλα γράμματα, <ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ>. Ο Λούη το διάβασε, το σκέφτηκε για λίγο και κούνησε το κεφάλι του.

-Κοίτα να δεις τι θα πάθαινες! Απαγορεύεις την είσοδο στους μεγάλους. Και συ σε σχέση με μένα, μεγάλη είσαι, δηλαδή απαγορεύεις την είσοδο στον εαυτό σου;

Είχε δίκιο, γι’ αυτό πρόσθεσα <ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΕΙΝΑΙ 10 ΧΡΟΝΩΝ>.

-Και εγώ; είπε ο Λούη στραβομουτσουνιάζοντας.

<ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΟΣΟΙ ΕΙΝΑΙ 6 ΧΡΟΝΩΝ>, συμπλήρωσα. Το αποτέλεσμα μας άρεσε, κολλήσαμε το χαρτόνι στη πόρτα, μπήκαμε μέσα και τσιρίξαμε ξετρελαμένοι.



Καθώς περνούσε ο καιρός τα φυτά αναπτύσσονταν καλύτερα, το φαγητό μας γινόταν νοστιμότερο και το σώμα μου άλλαζε. Μια μέρα η μαμά-Ψυχολόγος με απομόνωσε και μου είπε ότι σύντομα θα γινόμουν γυναίκα. Τρόμαξα και την ρώτησα αν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να κάνω σεξ, αλλά με διαβεβαίωσε ότι το σεξ δεν είναι υποχρεωτικό σε κανέναν και κάνεις μόνο όταν το θέλεις και με όποιον το θέλεις…

-Εσύ, κάνεις σεξ;

- …και το συζητάς ΑΝ το θέλεις, μου είπε αυστηρά.



Ενημέρωσα τον Λούη και με ρώτησε αγχωμένος πότε θα γινόταν αυτός άντρας.

-Όταν θα βγάλεις μουστάκι, σε 4 χρόνια περίπου....

-Έχουμε καιρό, ξεφύσησε.



Περνούσαμε από την Αίθουσα Ελέγχου και αμέσως καταλάβαμε ότι κάτι κακό συνέβη. Είχαν μαζευτεί όλοι κάτω από τις οθόνες και παρακολουθούσαν όρθιοι, κάποιοι είχαν αγκαλιαστεί και μερικοί έκλαιγαν. Μπήκαμε αθόρυβα και εγώ κοκάλωσα όταν είδα το πρόσωπο στην οθόνη.

-Μα, αυτή είσαι εσύ! είπε ο Λούη…

Η μαμά-Ψυχολόγος με κοίταξε και η μεγάλη θλίψη της ήταν η αιτία που δεν μπόρεσε να πει ψέματα εκείνη τη στιγμή.

-Είναι η δίδυμη αδελφή σου…

Με κοίταξαν, στο βλέμμα τους εκτός από θλίψη υπήρχε και ενοχή.

-Γιατί; απεύθυνα την ερώτηση σε όλους, κοιτάχτηκαν σιωπηλοί, τους γύρισα τη πλάτη και κρύφτηκα σε μία ντουλάπα για να σκεφτώ.



Καμία εξήγηση τους δεν ήταν αρκετή να βγάλει από το μυαλό μου ότι μας έκαναν γιατί σκέφτονταν τους εαυτούς τους μόνο. Ήμασταν αυτοί που θα τους γέμιζαν τις άχαρες ώρες τους και που θα τους φρόντιζαν στα γεράματά τους.

-Αντί να δώσετε ένα γενναίο τέλος στη μίζερη ζωή σας, με καταδικάσατε να γίνω ο νεκροθάφτης σας και δεν σκεφτήκατε ούτε στιγμή ότι θα προτιμούσα να ήμουν κουτσή και παράλυτη επάνω, παρά υγιής εδώ.

Η έκπληξή τους ήταν γνήσια. Δυστυχώς για μένα, δεν είχαν σκεφτεί αυτήν την εκδοχή. Κόλλησα εδώ κάτω και ο Λούη γεννήθηκε εξ αιτίας μου.



Ο Λούη ήρθε στο κρεβάτι μου και είπε, ‘λυπάμαι για την αδελφή σου’. Άνοιξα τα χέρια μου και αγκαλιαστήκαμε σφικτά. Είχα μία αδελφή πάνω από το κεφάλι μου και δεν το ήξερα. Είχα έναν κόσμο, μία ζωή εκεί πάνω, και την έχασα…

-Βέστα, μου υπόσχεσαι ότι δεν θα με αφήσεις ποτέ;

Ένοιωθε και αυτός προδομένος, όλα αυτά τα ψέματα μας έκαναν να χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στους μεγάλους. Ήμασταν ανασφαλείς γιατί δεν ξέραμε αν οι πράξεις τους ήταν για το δικό μας καλό ή για το δικό τους.

-Θέλεις να παντρευτούμε;

Κατάλαβε και είπε αμέσως ‘ναι’. Σηκώθηκα και τον τράβηξα από το χέρι.

-Έτσι; με τις πιτζάμες;

-Δεν έχουν σημασία τα ρούχα αλλά τα λόγια.



Πιασμένοι χέρι-χέρι πήγαμε στην <ΕΞΟΔΟ>. Τον άφησα και έβαλα τα χέρια μου στην πόρτα.

-Τι πας να κάνεις; είπε ανήσυχος, δεν φοράς στολή…

-Είμαι σίγουρη ότι ΚΑΙ αυτό είναι ψέμα .

Άνοιξα και ένοιωσα το φως σαν απαλό σεντόνι πάνω μου. Πρώτη φορά στη ζωή μας τα μάτια μας αντίκριζαν το φυσικό φως. Σταθήκαμε στο κέντρο του χώρου και κοιτάξαμε ψηλά.

-Ο ουρανός είναι αυτός; ρώτησε ο Λούη ξαφνιασμένος.

-Πάμε να δούμε…

Ελευθέρωσα το μοχλό και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε ανάμεσα από το φυτά. Φτάσαμε στην επιφάνεια, πατήσαμε στο έδαφος κοιτάξαμε την γη και τον ουρανό και παντρευτήκαμε.

-Λούη, σου υπόσχομαι ότι θα σε αγαπώ και θα σε φροντίζω πάντα. Σταμάτησα για να σκεφτώ και ο Λούη επανέλαβε τα λόγια μου.

-Βέστα, σου υπόσχομαι ότι θα σε αγαπώ και θα σε φροντίζω πάντα.

-Λούη, δεν θα σε προδώσω ποτέ και θα είμαι σύμμαχός σου όσο ζω…

-Βέστα δεν θα σε προδώσω ποτέ και θα είμαι σύμμαχός σου όσο…ζεις.

Ανταλλάξαμε μία σφικτή χειραψία και επισφραγίσαμε το γεγονός.



Αφού αποκαλύφτηκε η αλήθεια, μπορούσαν τώρα να κάνουν με την ησυχία τους όλες τις βελτιώσεις που έπρεπε στην Ονειρούπολη. Τα πηγάδια μας είχαν νερό, εφαρμόσαμε την ηλιακή ενέργεια στις μάσκες γεγονός που μας απάλλαξε από τις γεννήτριες και άλλη μία φορά οι Υπόγειοι βγήκαν στην επιφάνεια. Ήμασταν μακριά από τον χώρο των Επάνω αλλά για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα εμφανίζονταν ξαφνικά μπροστά μας, μέναμε ο Λούη και εγώ να τους παρακολουθούμε στις οθόνες. Έτσι τους γνωρίσαμε και τους αγαπήσαμε. Ήταν το ‘όπιό μας’ και χάρη σε αυτούς αντέχαμε…



Πρώτα έφυγε ο Περιβαλλοντολόγος και μετά λίγο καιρό ο Χημικός. Έναν-έναν τους θάψαμε όλους πάνω και μόνο τον Κωνσταντήν, που αν και μεγαλύτερος είχε ζήσει περισσότερο από τους άλλους, είπα στον Λούη να τον κρατήσουμε στην Ονειρούπολη. Χτίσαμε ένα χώρο στο ‘γραφείο’ μας και τον θάψαμε εκεί. Είχε ολοκληρώσει όμως τον θάλαμό του.



Τα τελευταία χρόνια έκανε έρευνες πάνω μας. Μας γέμιζε καλώδια και μας έδινε να λύσουμε προβλήματα. Σε άλλους έδινε να διαβάσουν κείμενα με θέματα αγάπης, και επειδή στην Ονειρούπολη ερωτευμένοι ήμασταν μόνο ο Λούη και εγώ, εμάς μας έβαζε να αγκαλιαζόμαστε και να φιλιόμαστε. Ο Κωνσταντήν βρήκε τις συχνότητες που εκπέμπει ο εγκέφαλος εκείνο το συγκεκριμένο δευτερόλεπτο που κάνεις ένα λογικό συμπέρασμα, και τις συχνότητες όταν νοιώθεις αγάπη. Έκανε ένα θάλαμο, και εκεί μπήκε πρώτα η μαμά-Οδοντίατρος. Είχε πιαστεί η μέση της μεταφέροντας ένα καζάνι στα εστιατόρια. Μπήκε διπλωμένη και βγήκε σχεδόν όρθια. Θεραπεύτηκε με τις συχνότητες αγάπης.



Ο Κωνσταντήν με μύησε στη φιλοσοφία του γιατί πίστευε ότι η Γυναίκα όταν γίνει Μητέρα βρίσκεται πιο κοντά στο Θείο. Και εγώ είχα γεννήσει πολλές φορές. Δεν είχα την δύναμη να κάνω αυτό για το οποίο τους είχα κατηγορήσει χρόνια πριν. Να δώσω ένα γενναίο τέλος στη μιζέρια μας. Βαθιά συμπονετικός μέχρι τα τελευταία του, βρήκε να πει την κατάλληλη φράση για να με ανακουφίσει.

-Η ζωή, τη ζωή ονειρεύεται...>>







Η Κλειδοκράτορας αναστέναξε. Πάντα της άρεσε να διαβάζει την ιστορία της Βέστα και ήταν μία φράση της, μία φράση γραμμένη δύο φορές που την προβλημάτιζε ιδιαίτερα.



Γύρισε τις σελίδες, έπρεπε να συνεχίσει την αναφορά της. Στις ‘Προμήθειες’ έγραψε, <Σοδιά ικανοποιητική. Ζώα αρκετά.> Ψάρια και θαλασσινά δεν είχαν φάει ποτέ τους, επειδή ήταν αιώνες που είχαν εκλείψει αυτά τα είδη. Στις ‘Εγκαταστάσεις’ έγραψε <Καλώς>. Βέβαια υπήρξαν προβλήματα αλλά ο Πολίτης-Μηχανικός ήταν εξαιρετικός, έδωσε λύσεις και έτσι δεν χρειαζόταν να τα αναφέρει. Στις Παρατηρήσεις κοντοστάθηκε, σκέφτηκε αν έπρεπε να γράψει κάτι και έβαλε βιαστικά μία παύλα.



Αφού ξεμπέρδεψε με την Ονειρούπολη έπρεπε να γράψει και για τους Επίγειους. Ακούμπησε στην καρέκλα της και κοίταξε τις 3 οθόνες. Τα μάτια της έμειναν για λίγο σε αυτή που φιλοξενούσε μόνιμα το <Παρελθόν>. Ήταν μία καταπληκτική συλλογική δουλειά των πρώτων χρόνων της Ονειρούπολης, δηλαδή των ανθρώπων που είχαν βιωματική άποψη για το παρελθόν τους. Προσπάθησαν να συγκεντρώσουν και να διασώσουν όσα περισσότερα μπορούσαν σε CD. Η μουσική υπόκρουση ήταν από κλασική μουσική, τραγούδια με διεθνή επιτυχία, φωνές ανθρώπων, κραυγές ζώων και ήχοι της φύσης. Η εικόνα περιείχε φωτογραφίες που μετέτρεψαν σε τρισδιάστατες, από κτήρια, έργα τέχνης, ζωγραφικής και γλυπτικής, ζώα, πουλιά και ψάρια, ποτάμια, λίμνες και ωκεανούς, ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, εικόνες της καθημερινή ζωής. Όλα προέρχονταν από ταινίες και την βιβλιοθήκη. Τα θέματα εναλλάσσονταν κάθε δύο-τρία δευτερόλεπτα και μπορούσαμε να μείνουμε ‘κολλημένοι’ για μέρες και να βλέπουνε. Το <Παρελθόν> έπαιζε μόνιμα στο Εστιατόριο, που ήταν και χώρος ψυχαγωγίας.



Η ματιά της πέταξε στις άλλες οθόνες με τους Επίγειους. Ασυναίσθητα έψαξε να βρει τον σύντροφό της. Τον είδε, ήταν δίπλα σε μία ομάδα παιδιών και συμμετείχε στην εκπαίδευσή τους. Ποτέ δεν της άρεσαν αυτές οι ξερές αναφορές για τους αυτούς. Δεν έδειχναν, δεν έλεγαν τίποτα. Ενώ για την Ονειρούπολη δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο, για τους Επίγειους, ήταν ελλιπείς. Έπρεπε κάποια να γράψει αναλυτικά γι’ αυτούς, για τη ζωή τους και τα επιτεύγματά τους.



Ένοιωσε ένα φτερούγισμα στη καρδιά της και την πλημμύρισε η λαχτάρα. Μπορούσε να το κάνει αυτή, έπρεπε να γράψει αυτή που είχε έναν σύντροφο εκεί πάνω, εκείνο τον εκπληκτικό άνδρα που της είπαν ότι γεννηθήκαν την ίδια μέρα. Της το είχε αναφέρει η Πολίτης-Ψυχολόγος, όταν ήταν παιδούλα ακόμη, και ήταν ένα καθοριστικό γεγονός για τη ζωή της. Άρχισε να ενδιαφέρεται προσωπικά για το Επίγειο παιδί και να το αγαπά. Και τα αισθήματά της αυτά, ήταν η αιτία που η προηγούμενη Κλειδοκράτορας τελικά την επέλεξε. Πέρασε όλα τα ψυχολογικά τεστ με επιτυχία που δεν είχε προηγούμενο. Δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να καταστρέψει την Ονειρούπολη προκειμένου να σωθεί ο αγαπημένος της Επίγειος.





<<Η αίσθηση της οικονομίας ήταν βίωμα στην Ονειρούπολη που πέρασε και στη Γλώσσα μας. Οι πρώτοι κάτοικοί της, ήταν διαφόρων εθνικοτήτων και μίλαγαν στα παιδιά στη μητρική τους γλώσσα. Έτσι με το πέρασμα των χρόνων έμειναν στην ομιλία μας οι συντομότερες φράσεις από την κάθε Γλώσσα.π.χ. η φράση ‘δεν ξέρω’. Θα μπορούσε να είχε διασωθεί στα Αγγλικά, στα Γερμανικά, στα Γαλλικά, αλλά έμεινε στα Ιταλικά χάριν συντομίας.



Η Γλώσσα είναι ένα βασικό εργαλείο για να εκφράζουν οι άνθρωποι τις διαφωνίες και τις αντιθέσεις τους. Όταν συμφωνούν, είναι αρκετό ένα νεύμα, ή ένα βλέμμα, δεν χρειάζεται να μιλήσουν. Οι Επίγειοι δεν διαφωνούν ποτέ, ίσως γι’ αυτό η Γλώσσα τους περιορίζεται μόνο σε λίγες μικρές λέξεις, κινήσεις και νεύματα. Είναι τέτοια η σύμπνοια, το δέσιμο και η ομοιότητά τους που νομίζεις ότι είναι Ένας Άντρας, Μία Γυναίκα και Ένα Παιδί σε διαφορετικές ηλικίες.



Οι κινήσεις και τα νεύματά τους είναι σαφή και ξεκάθαρα και δεν υπάρχει περίπτωση να τα μπερδέψεις. Τους θαυμάζω που λένε τόσο λίγα …Εμείς δεν σταματούμε να μιλούμε αλλά δεν ξέρω πόσα νοιώθουμε. Γιατί, ποιος ο λόγος να πεις ‘πονάω’ αν δεν μπορεί κάποιος να αισθανθεί αυτό ακριβώς που εσύ νοιώθεις; Θα έπρεπε να υπάρχει ένα μαγικό ‘κουμπί αισθημάτων’ που όταν το πατάς, θα νοιώθουν και οι άλλοι με την ίδια ένταση τα ρήματά σου. Οι Επίγειοι το έχουν εφεύρει.



Μία τυπική μέρα τους ξεκινά πριν την ανατολή του ήλιου. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς, αυτό που βλέπουμε μόλις υπάρξει αρκετό φως, είναι ότι έχουν ήδη ξυπνήσει. Κάθονται κάτω από τα δέντρα ακουμπώντας τη πλάτη στο κορμό, έχουν κλειστά τα μάτια και μένουν σε αυτή τη θέση ακίνητοι. Τι κάνουν; Διαλογισμό; Προσευχή; Σίγουρα κάτι εγκεφαλικό.



Μετά πηγαίνουν στο ρυάκι και πίνουν νερό. Πολύ νερό, τόσο που δεν έχουν ανάγκη για τροφή παρά μόνο το απόγευμα. Οι μητέρες που έχουν υπηρεσία εκείνη τη μέρα πηγαίνουν στις σπηλιές για να αλλάξουν τις προηγούμενες και να φροντίσουν τα παιδιά που η ηλικία τους φτάνει μέχρι τα 4. Έχουν σκάψει άλλες 2 σπηλιές στο λόφο, εμείς έχουμε οπτική επαφή μόνο με τη πρώτη αλλά υποθέτουμε ότι θα συμβαίνουν τα ίδια σε όλες.



Οι υπόλοιποι, άντρες και γυναίκες τρέχουν. Είναι εκπληκτικό το πώς τρέχουν! Θυμάμαι μία φράση που διάβασα, ‘σαν άλογα κούρσας’. Κατευθύνονται προς τη θάλασσα και δεν είναι γνωστό τι κάνουν εκεί, αυτό που δείχνουν τα μηχανήματά μας είναι ότι τρέχουν περίπου με 60 χιλιόμετρα την ώρα! Βρήκα κάποια παλιά ρεκόρ Ολυμπιακών αγώνων και διαπίστωσα ότι υπήρχαν πολλοί που έτρεχαν τα 100 μέτρα σε 10 δευτερόλεπτα. Όμως δεν θα μπορούσαν να κάνουν και τα επόμενα 100 μέτρα στον ίδιο χρόνο. Οι Επίγειοι  πηγαίνουν στην θάλασσα, μία απόσταση περίπου 20 χιλιομέτρων και επιστρέφουν, κρατώντας μύδια μερικές φορές, σε 40 περίπου λεπτά. Τους αρέσει η κίνηση και δεν τρέχουν ανταγωνιστικά αλλά για να βελτιώσει ο καθένας τον εαυτό του.



Στη συνέχεια πηγαίνουν στις δουλειές τους. Όσοι έχουν υπηρεσία στα φυτά ασχολούνται με τις καλλιέργειες, άλλοι με τις χειροτεχνίες και οι υπόλοιποι ασχολούνται με την εκπαίδευση των μεγαλύτερων παιδιών. Η εκπαίδευση τους αρχίζει όταν αυτά μπορούν και τρέχουν σταθερά. Ξεκινά με ένα απλό παιχνίδι. Κάθονται αντικριστά ένας μεγάλος και ένα παιδί, ο μεγάλος παίρνει ένα πετραδάκι το δείχνει στο παιδί, βάζει τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, κρύβει σε ένα χέρι το πετραδάκι και μετά φέρνει τα χέρια μπροστά. Το παιδί προσπαθεί να το βρει. Οι πιθανότητες είναι 50% και δεν φαίνεται εντυπωσιακό. Σύντομα όμως το παιδί φτάνει να το βρίσκει 8 φορές στις 10. Τότε το δυσκολεύουν βάζοντας στο παιχνίδι και μία τρίτη εκδοχή. Να έχει μείνει το πετραδάκι στο έδαφος πίσω από τη πλάτη του μεγάλου. Σιγά-σιγά το παιδί γίνεται ένας καλός τηλεπαθητικός δέκτης. Αρχίζουν και ψηλαφίζουν το ‘κουμπί’.



Το απόγευμα τρώνε. Ο κάθε ένας επιλέγει την τροφή του και την παίρνει μόνος του. Μερικές φορές ψήνουν βολβούς αλλά συνήθως την τρώνε ωμή. Δεν μπερδεύουν τις τροφές τους, δεν προσπαθούν να συνθέσουν και να νοστιμίσουν το φαγητό τους, καταλαβαίνω ότι όσο πιο νόστιμο είναι το φαγητό τόσο περισσότερο τρως. Βάζουν αλάτι ακόμη και στα φρούτα και τρώνε χαρακτηριστικά μικρές ποσότητες. Η σίτισή τους δεν μοιάζει καθόλου με την δική μας ιεροτελεστία, τη σύναξη για φαγητό και κουβέντα. Ο κάθε ένας τρώει μόνος του, σαν να ντρέπεται γι’ αυτή του την ανάγκη. Η τροφή γι’ αυτούς είναι μόνο καύσιμο.



Ησυχάζουν για λίγο κάτω από τα δέντρα τους και μετά συγκεντρώνονται για παιχνίδι. Είναι υπέροχο να τους βλέπεις να αγωνίζονται. Χωρίζονται σε ομάδες κατά φύλο και ικανότητα και η κάθε ομάδα βγάζει έναν νικητή. Μετά αγωνίζονται οι νικητές μέχρι να βγάλουν τον τελικό νικητή. Κάθε μέρα έχουν διαφορετικό παιχνίδι και μοιάζουν με Τιτάνες όταν προσπαθούν να υπερβάλλουν τους εαυτούς τους. Ένας αγώνας είναι το φτάσιμο του πιο ψηλού κλαδιού. Κάνουν καταπληκτικά άλματα τόσο σε ύψος όσο και σε μήκος. Ο σύντροφός μου είναι ο καλύτερος άλτης στο μήκος. Πηδά στην απέναντι πλευρά του ποταμού, κάπου 12 μέτρα. Στο ποτάμι, αγωνίζονται και στην κολύμβηση αντίθετα στο ρεύμα. Οι αγώνες ταχύτητας όμως είναι οι πιο δημοφιλείς. Τρέχουν σε μία συγκεκριμένη απόσταση μπροστά στις σπηλιές που είναι 130 μέτρα και κάποιοι την κάνουν σε 5 δευτερόλεπτα!



Οι τελικοί νικητές, άντρας και γυναίκα, εισπράττουν επευφημίες και έχουν την τιμή να αρχίσουν πρώτοι το χορό. Ο υπόλοιποι κάθονται στο ξέφωτο μπροστά στη σπηλιά, μοιάζει σαν να τραγουδάνε, σαν να λένε όλοι ‘ααα’. Οι δύο νικητές αρχίζουν να στροβιλίζονται. Ο ένας μετά τον άλλο σηκώνεται και συμμετέχει στο χορό και σε λίγη ώρα σχεδόν όλη η φυλή είναι περιδινούμενη. Σε αυτό το σημείο, η εικόνα μας χάνεται. Κάθε φορά που αρχίζουν τους στροβιλισμούς έχουμε παράσιτα και μετά τέλος. Δεν βλέπουμε τίποτα και όταν επανέλθει η εικόνα, ο χορός έχει τελειώσει.



Έχουν και ένα περίεργο παιχνίδι. Κάνουν κύκλους κατά σωματική ανάπτυξη και κάποιος στέκεται στη μέση. Πηγαίνει μπροστά σε όλους και δέχεται χτυπήματα στο πρόσωπο και στο σώμα! Χαστούκια και μπουνιές. Μετά μπαίνει ο επόμενος στο κέντρο και συνεχίζουν μέχρι να δαρθούν όλοι. Δεν είναι δυνατά τα χτυπήματα, είναι όμως αισθητά και την επόμενη μέρα φαίνονται λίγο πρησμένοι. Η Πολίτης-Ψυχολόγος λέει ότι με αυτή την μέθοδο εκτονώνουν την οργή τους, ή δεν έχουν οργή εξαιτίας της μεθόδου.



Όταν σουρουπώνει παίρνουν τις θέσεις τους κάτω από τα δέντρα και υποθέτω ότι μόλις σκοτεινιάσει, κοιμούνται.>>



Η Κλειδοκράτορας διάβασε το κείμενό της και το βρήκε ικανοποιητικό. Έπρεπε να περιγράψει τις ιδιαίτερες στιγμές τους και τους ίδιους. Αναρωτήθηκε πώς θα έπρεπε να αρχίσει και κατέληξε ότι θα ξεκινούσε με αυτά που έβλεπες πρωτίστως επάνω τους.





<<Οι Επάνω είναι γίγαντες. Στη πλήρη ανάπτυξή τους οι άντρες ξεπερνούν τα δυόμιση μέτρα και υπάρχουν πολλοί που φτάνουν τα τρία. Έχουν καλά αναπτυγμένους μύες και σκούρο δέρμα. Άντρες και γυναίκες έχουν μαύρα στιλπνά μαλλιά και φτάνουν ελεύθερα μέχρι τη μέση τους. Οι άντρες καψαλίζουν τακτικά τις τρίχες στα μάγουλά τους με μία καρβουνιασμένη δάδα. Είναι μία διαδικασία που την κάνει ο ένας στον άλλο πολλοί μαζί μέσα στο ρυάκι και όταν κάποιος καίγεται βουτά το κεφάλι του στο νερό και οι άλλοι γελούν.



Είναι πολύ όμορφοι και όλοι στην Ονειρούπολη λένε ότι μοιάζουν και δεν μπορούν να τους ξεχωρίσουν. Ίσως και εγώ να έλεγα το ίδιο αν δεν είχα μάθει να ξεχωρίζω πρωτίστως τον σύντροφό μου. Αυτή μου η εμμονή ήταν η αιτία που ανακάλυψα κάτι καταπληκτικό. Σχεδόν δεν γερνούν! Κλείσαμε τα 40 και όμως μοιάζει σαν να είναι γιος μου. Έχω χιλιάδες Κb στο αρχείο μου με εικόνες και video που αποδεικνύουν ότι έχει την ίδια όψη εδώ και 20 χρόνια. Μόνο το βλέμμα του έχει αλλάξει. Κοιτά γύρω του πιο αργά, πιο αισθησιακά, ή σαν να σκέφτεται περισσότερο.



Τα παιδιά τρέφουν ιδιαίτερη στοργή στις μητέρες τους, ενώ αυτές αγαπούν όλα τα παιδιά το ίδιο. Αυτό είναι λογικό γιατί το παιδί έχει μία μητέρα, ενώ η μητέρα έχει πολλά παιδιά. Οι γυναίκες γεννούν πάνω από 10 φορές. Έχουμε ακριβή αριθμό γεννήσεων γιατί όλες γεννούν στο ρυάκι. Υπάρχει ένα σκάμμα με νερό. Ρίχνουν μέσα καυτές πέτρες ώστε το νερό να είναι χλιαρό, κατάλληλο να υποδεχτεί τη νέα ζωή, ο γυναίκες κάθονται εκεί μέσα και γεννούν. Μετά τη γέννα τους και για όσο χρόνο χρειάζεται το παιδί ώστε να μπορεί να βαδίζει, το προσέχουν, ύστερα μένουν πάλι έγκυες.



Δεν έχουν ιδιαίτερη συμπεριφορά προς τα παιδιά τους, αγαπούν, θηλάζουν και φροντίζουν όλα το ίδιο. Τα παιδιά όμως έχουν ένα ιδιαίτερο χάδι προς τις μητέρες τους, είναι ένα απαλό άγγιγμα της κοιλιάς της με τις παλάμες τους, σαν αναγνώριση ότι από αυτή τη κοιλιά έχουν βγει. Όταν ήμασταν μικροί και ο σύντροφός μου έκανε αυτό το χάδι στη μητέρα του, υπήρχε μεταξύ άλλων και μία γυναίκα που της έκανε το ίδιο χάδι και είχε μεγαλύτερα παιδιά από εμάς. Συμπεραίνω ότι η μητέρα του είναι σήμερα γύρω στα 80, μοιάζει συνομήλικη μου και πριν λίγες μέρες ήταν η νικήτρια της ομάδας της, στη κολύμβηση!



Δεν βλέπεις ηλικιωμένο άνθρωπο στους Επίγειους. Είναι σαν να σταματά η ηλικίας τους εκεί, στα 40. Δεν αρρωσταίνουν σοβαρά. Όταν κάποιος έχει πρόβλημα σε 2-3 μέρες το ξεπερνά. Δεν έχουμε δει άνθρωπο να πεθαίνει. Οι Αναχωρητές φεύγουν πριν ξημερώσει και αφήνουν στην αγαπημένη θέση τους δύο κλαδάκια από ελιά. Τους διακρίνουμε να κατευθύνονται προς το χώρο των ζώων και πιστεύουμε πως πηγαίνουν εκεί για να πεθάνουν.



Οι κινήσεις τους έχουν χάρη και είναι εύστοχες. Δεν έχουν πρόβλημα όταν είναι γυμνοί αλλά συνήθως τα γεννητικά τους όργανα καλύπτονται από τα σχοινιά που στριφογυρίζουν γύρω από τους γοφούς τους. Τα έχουν για να σπάζουν κλαδιά, για να μετακινούνται στα τεράστια δέντρα τους, αλλά κρέμονται και σε αυτά και γυμνάζονται. Δεν τους βλέπουμε να κάνουν σεξ, προφανώς ερωτοτροπούν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεν υπάρχουν αντιζηλίες, πως μπορεί να υπάρχουν αντιζηλίες όταν ένας άνδρας είναι με μία γυναίκα, και ας πούμε την βαριέται και θέλει την γυναίκα του άλλου, αυτή όμως είναι ακριβώς η ίδια με την δική του. Είναι ανεξήγητο πως οι γυναίκες έχουν καταλήξει να είναι όμοιες. (15)>>





Πριν χρόνια της είχε συμβεί κάτι περίεργο. Ήταν ήρεμη, ξαπλωμένη στο κρεβάτι μέσα στη ‘κάψουλα’, ξαφνικά ένοιωσε το σώμα της να τρεμουλιάζει και με κυματιστές κινήσεις να γλιστρά έξω από τον εαυτό της. Ανέβηκε στο ταβάνι και το έβλεπε λίγα εκατοστά επάνω της. Έτσι με τη πλάτη, σαν να ήταν πάνω σε ένα αέρινο κύμα μετακινήθηκε μέχρι το σαλόνι. Είδε σε μία γωνία στην οροφή ένα φούσκωμα, είχε την αίσθηση ότι τα έβλεπε όλα από κάτω της χωρίς να στρέφει το κεφάλι, αιωρήθηκε έτσι για λίγο και ξαναπέταξε πίσω στο σώμα της. Ανακάθισε ξαφνιασμένη και αναρωτήθηκε τι της είχε συμβεί. Είχε διαβάσει για Αστρικά ταξίδια. Της συνέβη κάτι σχετικό; Θυμήθηκε το φούσκωμα στην οροφή και έτρεξε με λαχτάρα να το βρει. Δεν υπήρχε τίποτα.



‘Όνειρο ήταν,’ σκέφτηκε. Όμως ήταν τόσο ζωντανό!



Μετά από λίγο καιρό της συνέβη κάτι ανάλογο. Είχε την αίσθηση ότι κοιμόταν αλλά ταυτοχρόνως μπορούσε και παρακολουθούσε τον εαυτό της. Το σώμα της σαν φλόγα τρεμόπαιζε προς τα έξω, έβλεπε την ταλάντωση των ποδιών της και αισθανόταν μία δίνη να την ρουφά προς τα πάνω, όμως την συγκρατούσαν η πλάτη και το κεφάλι της. Ένοιωθε πως μπορούσε να φύγει, αλλά φοβήθηκε.



Από τότε και χωρίς λογική εξήγηση, υιοθέτησε κάποια από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Επιγείων. Έτρωγε λίγη και ωμή τροφή. Όταν ήταν μόνη στο χώρο της, πέταγε τα ρούχα και έμενε γυμνή. Έριχνε συχνά κρύο νερό επάνω της και το βράδυ, έτρεχε. Έβαζε στην πόρτα της μία επιγραφή με την φράση <ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ> και έκανε το αδιανόητο. Ανέβαινε επάνω! Καθώς ο καιρός περνούσε καταλάβαινε ότι ένοιωθε καλύτερα. ‘Έτσι μία νύχτα χρονομέτρησε την επίδοσή της στο τρέξιμο. Μετά έξι μήνες, όταν χρονομετρήθηκε πάλι, είδε την βελτίωσή της και σχεδόν δάκρυσε.



Συγκέντρωσε τους Πολίτες και τον Λαό και τους ενημέρωσε για το πείραμά της. Τους είπε τι έπρεπε να κάνουν και αυτοί, και ότι στο εξής κάθε βράδυ θα έβγαιναν έξω. Άκουσαν τα λόγια της σχεδόν παραληρώντας, γιατί πρώτη φορά στη ζωή τους θα μπορούσαν να ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Ήταν ένας γεγονός σταθμός που τους έκανε να λατρέψουν την Κλειδοκράτορα. Τα τελευταία 3 χρόνια η Ονειρούπολη ζούσε αντιγράφοντας όσο πιο πιστά μπορούσαν την ζωή των Επίγειων.





Άκουσε χτυπήματα στη πόρτα του σαλονιού. Φόρεσε το άσπρο ράσο της φτιαγμένο από σεντόνι και είπε ‘εμπρός’.



Μπήκε η 4η Ψυχολόγος με έκδηλη την ανησυχία στο πρόσωπό της.

-Ο 1ος Μηχανικός έπαθε κρίση, είπε και έφυγε.



Την ακολούθησε βιαστικά προς το Ψυχιατρείο και από έξω ακούγονταν τα ουρλιαχτά του. Όταν μπήκε μέσα, την είδε. Ο πολυετής σεβασμός στην εικόνα της Κλειδοκράτορα άφησε κάτι μέσα του, το άσπρο ράσο της, χρώμα που μόνο αυτή φορούσε, του θύμισε κάτι που τον έκανε να σταματήσει και να τρεμοπαίξει τα βλέφαρα. Μετά άρχισε πάλι τις θλιβερές του κραυγές και τις σπασμωδικές κινήσεις του.



Η Κλειδοκράτορας έκανε νόημα στη Ψυχολόγο-Πολίτη και αυτή κατέβασε ένα μοχλό στο τοίχο. Εκτοξεύτηκε πάνω του κρύο νερό που τον έκανε να μαζευτεί σε μία γωνιά. Η Ψυχολόγος σταμάτησε το ευεργετικό Υδάτινο Σοκ και πήγε με τη βοηθό της να τον φροντίσουν.



Για άλλη μία φορά σκέφτηκε εκείνη την ειπωμένη δύο φορές φράση της Βέστα και αναρωτήθηκε πότε θα έδινε κάποιος ένα γενναίο τέλος σε αυτή τη μιζέρια. Πήγε στο μνημείο του Κωνσταντήν και κάθισε δίπλα του σε μία καρέκλα. Έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθειά ανάσα. Αυτή η παράξενη ευωδία! Πόσο γαλήνευε η ψυχή της όταν βρίσκονταν εκεί! Επέστρεψε στη ‘κάψουλα’ και είδε τα παράσιτα στις οθόνες.



Τι συμβαίνει εκεί πάνω; αναρωτήθηκε άλλη μία φορά.



Σε λίγο θα σκοτείνιαζε, πήρε τη μάσκα και γλίστρησε προς την ΕΞΟΔΟ.

Οι πέτρες που απορροφούσαν ηλιακή ενέργεια φώτιζαν απαλά το φυτώριο. Πήρε ένα μετατροπέα τον σύνδεσε με την μάσκα, σήκωσε μία λαμπερή πέτρα και ανέβηκε στην επιφάνεια. Ακούμπησε τη πέτρα στο έδαφος, ξεντύθηκε και κοίταξε τα άστρα με αγαλλίαση. Έκανε όμως κρύο γι’ αυτό άρχισε να τρέχει, απολαμβάνοντας το γεγονός ότι ήταν μόνη.



Έτρεχε και είχε στο μυαλό της το φωτεινό σημάδι, δεν ήθελε να απομακρυνθεί πολύ και να χάσει το πράσινο πηγάδι τους. Τότε μία σκέψη όρμησε μέσα της. Να δει από τι προέρχονται τα παράσιτα.



Το άλλο απόγευμα άπλωσε στο πρόσωπο και στο σώμα της ένα μίγμα από παντζαροχυμό και ιώδιο. Εξαφάνισε την λαμπερή της ασπρίλα που ίσως γινόταν η αιτία να την αντιληφθούν και στερέωσε τον μετατροπέα στον αυχένα της. Έλυσε τα μαλλιά της, τα έβαλε μπροστά στο στήθος της και σκέφτηκε ότι με το ύψος της έμοιαζε σαν ένα κορίτσι κοντά στη εφηβεία, των Επιγείων. Κάλεσε την 2η Κλειδοκράτορα, στάθηκε έτσι γυμνή μπροστά της και την ενημέρωσε για το εγχείρημά της.



-Πήγαινε, της είπε με θαυμασμό. Είχε εμπιστοσύνη στην τόλμη αλλά και στην κρίση της. Ό,τι θα έκανε, ήταν σίγουρα για καλό τους και χωρίς να έχει συνέπειες στους Επίγειους.







Μόλις σκοτείνιασε έφυγε τρέχοντας για το ποτάμι. Είχε στο μυαλό της κάθε λεπτομέρεια από το έδαφός τους, ήξερε σχεδόν τα πάντα για τις συνήθειές τους, πίστευε ότι θα έφτανε εκεί πριν ξημερώσει και θα κατάφερνε να κρυφτεί.



Ανέβηκε τον ποταμό και διέκρινε στην αστροφεγγιά το γνώριμο λόφο τους. Ήπιε πολύ νερό γιατί δεν ήξερε σε πόσες ώρες θα κατάφερνε να ξαναπιεί και μένοντας σε ασφαλή απόσταση έκανε τον κύκλο και έφτασε στο πιο απομακρυσμένο σημείου τους δάσους τους, ξάπλωσε στο έδαφος ανάμεσα σε θάμνους και περίμενε να ξημερώσει. Παρόλο το κρύο αποκοιμήθηκε και όταν ξύπνησε ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Αφουγκράστηκε για αρκετή ώρα, δεν άκουσε τίποτα και σήκωσε με προφύλαξη το κεφάλι της.



Επέλεξε την κατάλληλη θέση. Είχε καλή θέα του χώρου μπροστά στη σπηλιά που γινόταν ο χορός και διέκρινε σε αρκετό βάθος μέσα στα δέντρα, τις ομάδες τους. Στην πιο κοντινή της απόσταση ήταν μία ομάδα χειροτεχνίας. Μερικοί έξυναν κολοκύθια με ξύλα και με τα σκληρά τους νύχια. Έβγαζαν την ψίχα και τα άφηναν να στεγνώσουν ώστε να σκληραίνει ο φλοιός τους. Τα σκεύη αυτά είχαν πολλές εφαρμογές, μετέφεραν νερό, έκαναν τουρσιά και φύλαγαν σπόρους ή αλάτι. Μία άλλη ομάδα έκανε νήματα από βαμβάκι, κατασκεύαζαν σκοινιά για διάφορες ανάγκες τους. Έδεναν τις σκάλες τους, απαραίτητες για να ανεβαίνουν στα πανύψηλα δέντρα, έκαναν κούνιες και αιώρες που απολάμβαναν στις ώρες της ηρεμία τους, χοντρά σκοινιά που τα ζεύονταν για να οργώσουν το έδαφος και βέβαια τα σκοινιά της μέσης τους.



Ό,τι χρειάζονταν να κόψουν, το έκαιγαν. Με ελεγχόμενη πυρά μπορούσαν να τεμαχίσουν και με πέτρες να λειαίνουν. Όμως το πιο χρήσιμο εργαλείο ήταν η δύναμή τους.



Αναρωτήθηκε γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν περιέργεια. Δεν τους είδαν να απομακρύνονται από το χώρο τους, ο κόσμος τους όλος ήταν αυτές οι λίγες εκατοντάδες μέτρα μπροστά στη σπηλιά και μέχρι τη θάλασσα. Δεν πήγαιναν ούτε στο χώρο των ζώων παρά μόνο στο τέλος της ζωής τους. Γιατί δεν ήθελαν να γνωρίσουν τι υπήρχε παραπέρα; Η περιέργεια ήταν φυσικό γνώρισμα των ανθρώπων. Γιατί δεν την είχαν οι Επίγειοι;



Κάποιος βγήκε από τα δέντρα και αμέσως αναγνώρισε τον σύντροφό της. Συγκράτησε την αυθόρμητη κίνησή της να τρέξει κοντά του, να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει. Τον κοίταζε αχόρταγα και κατάλαβε το πιο φυσικό πράγμα, ότι ήταν βαθειά ερωτευμένη μαζί του. Η εκπληκτική ομορφιά του τώρα ήταν πιο έντονη και αναρωτήθηκε γιατί οι Επίγειοι δεν φορούσαν στολίδια. Είχε δει στα αρχεία πρωτόγονες φυλές που φορούσαν διάφορα υλικά πάνω τους, γιατί διέφεραν και σε αυτό; Η αλήθεια είναι ότι κανένα στολίδι δεν θα ήταν κατάλληλο γι’ αυτούς. Είχαν την ασυναγώνιστη ομορφιά και τη χάρη τους, αλλά ήταν παράξενο. Θα μπορούσαν να βάλουν λουλούδια ή να δέσουν πετραδάκια αλλά…



Κατάλαβε ότι γι’ αυτούς η Γη ήταν ζωντανή, την αγαπούσαν και την σεβόντουσαν! Δεν θα καταστρέφανε ένα λουλούδι για να το βάλουν στα μαλλιά τους. Δεν θα μετακινούσαν μία πέτρα για να την δέσουν στο στήθος τους.  Μία πέτρα μπορεί να βρίσκεται σε μία θέση αρμονίας με το περιβάλλον της για χιλιετίες. Με ποιο δικαίωμα να τη μετακινήσεις αν δεν υπάρχει ανάγκη;



Ο άνδρας περπατούσε προς τη σπηλιά και ξαφνικά σταμάτησε. Έκανε μερικά διστακτικά βήματα προς το ρυάκι και μετά άλλαξε γνώμη και κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά. Της φάνηκε περίεργη η συμπεριφορά του. Περπάτησε αργά πάλι προς το ρυάκι, μετά προς τη σπηλιά, σταμάτησε, έβαλε τα χέρια στη μέση του και γύρισε. Έξι αγόρια βγήκαν από τα δέντρα και έτρεξαν κοντά του γελώντας. Τον έπιασαν από τα χέρια και τα τρία τον τραβούσαν προς τη σπηλιά και τα άλλα τρία προς το ρυάκι.



Αντιλήφθηκε την σκανδαλιά τους μαζί με αυτόν. Ήταν ένα από τα τηλεπαθητικά παιχνίδια όπου οι μικροί ήταν πομποί και οι μεγάλοι δέκτες. Τα παιδιά του έδιναν αντίθετες κατευθύνσεις για να τον μπερδέψουν και τώρα διασκέδαζαν που τα κατάφεραν. Ο άνδρας τα κυνήγησε, γράπωσε το ένα και τα υπόλοιπα έπεσαν πάνω του. Οι φωνές και τα γέλια τους απέσπασαν την προσοχή των άλλων ομάδων αλλά δεν ενοχλήθηκαν, ήταν μία καλή ευκαιρία για μια ωραία επαφή. Ένα πλήθος από πιτσιρίκια βγήκαν από διάφορα σημεία, έτρεχαν πήδαγαν πάνω τους και ο ανθρώπινος τύμβος μεγάλωνε σε ύψος και σε ήχο. Η Κλειδοκράτορας έγειρε το κεφάλι της και έκλαψε. Ποτέ στη ζωή της δεν λυπήθηκε τους Υπόγειους τόσο πολύ όσο αυτή τη στιγμή. Έπρεπε να δοθεί ένα τέλος στη μιζέρια τους.



Το παιχνίδι της ημέρας ήταν η κολύμβηση, όλοι πήγαν στο ποτάμι και έτσι είχε την ευκαιρία να ξεμουδιάσει και να πάρει δύο από τα πεσμένα στο έδαφος πορτοκάλια, και καθώς ικανοποιούσε τη δίψα και την πείνα της, χαμογέλασε στη σκέψη του έρωτά της για τον σύντροφό της.



Ο έρωτας ήταν ένα λουλούδι που σπάνια άνθιζε στην Ονειρούπολη. Δεν την πείραζε που τα αισθήματά της δεν μπορούσαν να έχουν ανταπόκριση γιατί δεν την ήθελε. Τον θαύμαζε τόσο πολύ, τον είχε τόσο ψηλά που η ύπαρξη του έφτανε την θεότητα, δεν ήθελε να τον έχει δικό της γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θα τον κατέβαζε στο επίπεδό της. Ποιος θέλει να αγγίξει τον θεό; Όταν τον λατρεύεις σου είναι αδύνατο να τον βεβηλώσεις.



Ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της και ξαφνιάστηκε όταν άκουσε το τραγούδι τους, ανακάθισε και κοίταξε. Οι νικητές είχαν αρχίσει τους στροβιλισμούς. Τα λεπτά περνούσαν, έμπαιναν στο χορό όλο και περισσότεροι, ο ήχος ελαττωνόταν και αυτή ένοιωθε όλο και πιο περίεργα. Συνειδητοποίησε ότι τις είχαν σηκωθεί οι τρίχες! Ένοιωθε τον στατικό ηλεκτρισμό ακόμη και στα βλέφαρα.



Κανένας ήχος δεν έφτανε στα αυτιά της Η φυλή όλη περιδινόταν...



Η φύση έμοιαζε να περιμένει…



Ξαφνικά άρχισε να βλέπει σπινθήρες πάνω από τα κεφάλια τους…



Οι σπινθήρες έγιναν φλόγες που τρελοχόρευαν και ενώνονταν μεταξύ τους…



Οι φλόγες έγιναν φωτιές που κάλυψαν την περιοχή τους…



Οι φωτιές έγιναν ένα ποτάμι από αστραπές που κατευθύνονταν στο χώρο των ζώων…



Το ποτάμι επέστρεψε ωκεανός και έλαμψε παντού όπου έφτανε η ματιά της.



Μετά σταμάτησαν όλα και άρχισε να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει...



Δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε συμβεί. Ήταν σίγουρη ότι πέταξε πάνω στα δέντρα. Δεν μπορούσε να περιγράψει αυτό που ένοιωσε. Γαλήνη, αγάπη, ασφάλεια, πληρότητα, έρωτα, υποταγή, μεγαλοσύνη, ευτυχία…Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι είχε μέσα της όργανα που θα άντεχαν σε ΑΥΤΟ. Πώς θα ενδιαφέρεται για την καθημερινότητά της μετά από ΑΥΤΟ; Για ένα μόνο ήταν σίγουρη. Ήθελε να το ξαναζήσει.



Καθώς τους έβλεπε να διαλύονται η ερώτηση εμφανίστηκε στο μυαλό της.

Γιατί οι άντρες είναι τόσοι πολλοί και οι γυναίκες ελάχιστες;

Είδε με κλειστά τα μάτια, τα στοιχεία του Βιβλίου για πρώτη φορά.

Η 3η Κλειδοκράτορας στο τέλος του 1ου αιώνα είχε καταγράψει τον μεγαλύτερο πληθυσμό. Περίπου 200.000 άνθρωποι.

Η 9η Κλειδοκράτορας στο τέλος του 2ου αιώνα κατέγραψε σύνολο 80.000.

Η 16η Κλειδοκράτορας στο τέλος του 3ου αιώνα κατέγραψε σύνολο 16.000.

Και η ίδια, η 22η Κλειδοκράτορας, πριν λίγο, κατέγραψε το σύνολο του 4ου αιώνα. Λιγότεροι από 4.000 άνθρωποι. Από τη στιγμή που ανέλαβε μέχρι τώρα, δηλαδή τα τελευταία 9 χρόνια γεννήθηκαν 373 αγόρια και 30 κορίτσια. Το ανθρώπινο γένος έτεινε να εξαφανιστεί. Ενώ οι γυναίκες γεννούσαν πολλές φορές, γεννούσαν όλο και λιγότερα κορίτσια. Γιατί συνέβαινε αυτό; Έμοιαζε η φύση να μην τους θέλει.





Όταν σκοτείνιασε, έφυγε για το χώρο των ζώων, έπρεπε να δει τι υπήρχε εκεί. Σταματούσε συχνά και έπινε νερό. Ο βηματισμός της έχανε την ορμή του, ένοιωθε όλο και πιο κουρασμένη, αλλά συνέχιζε…



Κανονικά θα έπρεπε να επιστρέψει σήμερα το πρωί, θα απουσίαζε όμως άλλη μία μέρα. Στην Ονειρούπολη θα ανησυχούσαν, αλλά δεν μπορούσε να τους ενημερώσει, δεν γινόταν διαφορετικά, έπρεπε να ακολουθήσει την πορεία του αστραπόμορφου ποταμού.



Και τότε κοκάλωσε τρομαγμένη. Δεν ήξερε να κολυμπά, πως θα περνούσε το ποτάμι;

Απέρριψε αμέσως τη σκέψη της επιστροφής. Θα πήγαινε, θα έβλεπε ό,τι μπορούσε να δει και θα καταλάβαινε ό,τι μπορούσε να καταλάβει.





Απολάμβανε τα χρώματα της ανατολής για πρώτη φορά στη ζωή της και ανακάλυψε ότι περπατούσε σε ένα μονοπάτι, ένα δρομάκι που χάραξαν τα πόδια των Αναχωρητών με την πάροδο των αιώνων. Αυτό την ενθουσίασε και με νέα δύναμη το ακολούθησε.



Σε κάποιο σημείο το μονοπάτι σταματούσε. Κατάλαβε ότι από εκεί έπρεπε να περάσει απέναντι. Η κοίτη του ποταμού ήταν βατή στο συγκεκριμένο μέρος και έβαλε το πόδι της στο νερό. Ήταν παγωμένο, μπήκε μέχρι τη μέση και καθώς τριβόταν για να ζεσταθεί έψαχνε στον πυθμένα πατήματα για να περάσει. Όταν σηκώθηκε διαπίστωσε ότι της είχε φύγει το χρώμα και ταυτόχρονα είδε τρεις ανθρώπους στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Δύο άντρες και μία γυναίκα που αναγνώρισε. Ήταν η γιαγιά του συντρόφου της.



Δεν έδειχναν καμία έκπληξη, κανένα φόβο, δεν ήταν δυνατόν να μην κατάλαβαν ότι δεν ανήκει στην φυλή τους. Και μόνο το χρώμα της ήταν αρκετό…

Η γυναίκα, έδειξε τους δύο άντρες και της έκανε νόημα να έλθει.

Ήταν αδιανόητο, αλλά της φάνηκε πως αυτοί οι άνθρωποι την περίμεναν.

Έκανε δύο βήματα και το νερό έφτασε στο στήθος της. Ο φόβος της έδεσε τα πόδια και τους κοίταξε. Οι δύο άντρες μπήκαν στο νερό και την πλησίασαν, την έπιασαν από τα μπράτσα  και την πέρασαν απέναντι. Το νερό τους έφτανε μέχρι το λαιμό, αυτήν θα την είχε πνίξει.



Την έβαλαν ανάμεσά τους και ανέβηκαν στο ύψωμα. Στάθηκαν εκεί και ακούστηκαν εκατοντάδες χειροκροτήματα. Αυτοί οι άνθρωποι την περίμεναν! Ήταν κάτω από τα δέντρα τους, την κοιτούσαν χαμογελώντας και κάποιοι την πλησίασαν και την άγγιξαν με αγάπη. Μετά την άφησαν μόνη της.



Πως ήταν δυνατόν να την περιμένουν; Πως ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ότι υπάρχουν;



Τι υπέροχο μέρος για να πεθάνει κάποιος! σκέφτηκε. Πόση αρμονία, στα ζώα, στους ανθρώπους, στη φύση…Το μόνο αταίριαστο ήταν εκείνος ο κορμός στο απέναντι ύψωμα που ξεχώριζε και δέσποζε και που μερικές φορές γύρναγαν και τον κοίταγαν οι άλλοι. Ήταν αφύσικος, ξερός μέσα στην καταπράσινη φύση, αλλά κάτι θα σήμαινε γι’ αυτούς.



Περπατούσε αναμέσά τους αλλά κανείς δεν την κοίταζε με περιέργεια. Έβλεπε αγάπη συμπόνια και αποδοχή στα ρυτιδιασμένα πρόσωπά τους. Οι περισσότεροι είχαν κλειστά τα μάτια και ήταν γέροι, τόσο πολύ γέροι που απορούσες πως ζούσαν ακόμη, ποια δύναμη τους κρατούσε ακόμη ζωντανούς…



‘Τα χτυπήματα’! Άστραψε στο μυαλό της η απάντηση σε μία ερώτηση που την απασχολούσε χρόνια. ‘Γιατί παραμένουν νέοι;’



Δεν ήταν φυσιολογικό που δεν φαίνονταν η ηλικία στα πρόσωπά τους. Η Κλειδοκράτορας υποψιαζόταν ότι μπορούσε να είχε σχέση με το αυξημένο διοξείδιο του άνθρακα. Όμως τα γερασμένα πρόσωπα των ανθρώπων στην περιοχή των ζώων της απέδειξαν πως δεν ήταν αυτή η αιτία.



Η άσκηση κρατά σε φόρμα το σώμα, και οι Επίγειοι ασκούνταν συνεχώς. Όμως το πρόσωπο; Γιατί παρέμενε νέο και το πρόσωπο; Οι μύες με τη πάροδο του χρόνου ατονούν, χάνουν τη σφριγηλότιτα, το πρόσωπο μαζεύει, φαίνεται πιο λεπτό, εμφανίζονται ρυτίδες. Έβλεπε τη διαδικασία στα ηλικιωμένα πρόσωπα της Ονειρούπολης, είχε αρχίσει να τη βλέπει και στο δικό της πρόσωπο, δεν την έβλεπε όμως στους Επίγειους. Γιατί; Εξαιτίας των χτυπημάτων! Χρησιμοποιούσαν αυτό τον τρόπο ώστε να ασκούν και τα πρόσωπά τους. Οι μικροτραυματισμοί των μυών τους αναγκάζουν και να θεραπεύονται, η όλη διαδικασία τους κρατούσε δυνατούς. Το παιχνίδι αυτό το επαναλάμβαναν κάθε 4 μέρες. Έτσι οι μυς τους ήταν αδύνατον να ατονήσουν και να κρεμάσουν.



Τους θαύμασε άλλη μία φορά και υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι στο εξής η Ονειρούπολη θα τους αντέγραφε και σε αυτό το θέμα. Τα αποτελέσματα θα ήταν ευεργετικά σε όλες τις ηλικίες γιατί η άσκηση είναι ευεργετική όποτε την αρχίσεις.



Έκατσε κάτω από μία πορτοκαλιά ακούμπησε τη πλάτη της στο κορμό, έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε έχοντας σαν τελευταία σκέψη ‘Τι υπέροχο μέρος για να ζήσει κάποιος!’







Ξύπνησε με μία αίσθηση αναμονής και ένοιωσε τον ηλεκτρισμό στο σώμα της. Όλοι είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τον κορμό, κάθονταν στο έδαφος και είχαν κλειστά τα μάτια. Σπινθήρες εμφανίστηκαν που συγκεντρώνονταν πάνω από το γέρικο ξύλο, που έγιναν φωτιά και δέχτηκαν τον αστραπόμορφο ποταμό. Και όταν η πυρκαγιά έγινε προστατευτική ομπρέλα και κάλυψε όλη τη γη, μία λέξη μπήκε στο μυαλό της, ένα ξεκάθαρο μήνυμα που το πήρε από εκείνο το κορμό. ‘Ελάτε’.





Πίστευε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από την ευτυχία της προσφοράς, αγαπούσε τόσο πολύ τους ανθρώπους! Μακάρι να μπορούσε να αγκαλιάσει τον κάθε ένα που υπήρξε πάνω στη γη, να του έλεγε ένα καλό λόγο και να του έδινε ένα φιλί!  Δεν ήξερε τι ήταν Κόλαση, αλλά ήξερε τι ήταν γι’ αυτήν. Να θέλεις να βοηθήσεις και να μην μπορείς να το κάνεις.



Μακάριζε τον εαυτό της για όλα αυτά που μπόρεσε να δει, να ακούσει και να διαβάσει. Και λυπόταν γιατί οι Επίγειοι δεν μπορούσαν να ξέρουν τα επιτεύγματα των γονέων τους. Θα ήθελε να υπήρχε τρόπος να τους δείξει το ‘Παρελθόν’…Όμως πάντα έτσι δεν ήταν;



Πόσο τυχεροί ήταν αυτοί που κατασκεύασαν, είδαν και περπάτησαν στον Παρθενώνα! Αλλά και πόσα έχασαν που δεν είδαν τον Dom! Πόσοι συγκλονίστηκαν από την 9η Συμφωνία! Ήταν όμως τόσο άτυχοι γιατί δεν πρόλαβαν να εκστασιαστούν στην Μυθοδεία! Πόσο δίκαια θα καμάρωνε η γενιά του ‘τροχού’! Να μπορούσαν όμως να δουν την προσσελήνωση! Πόσοι ευτύχισαν που άκουσαν τον Πυθαγόρα, να μπορούσαν όμως να ακούσουν τον Ιησού!



Πονούσε για τους ανθρώπους και σκεφτόταν ότι είναι τόσο καταφανώς άδικο που δεν επιτρέπεται να συμβαίνει. Πρέπει να υπάρχουν αρχεία με όλα τα γεγονότα, πρέπει τα πάντα να είναι καταγεγραμμένα κάπου και να μπορεί ο άνθρωπος να έχει πρόσβαση σε αυτά. Να ‘μπαίνει’ μέσα και να τα ζει. Αυτό είναι δίκαιο και γι’ αυτό πρέπει να είναι και δυνατό.



Όμως τώρα κατάλαβε το λάθος της. Ο εφευρέτης κατασκευάζει κάτι που δεν υπάρχει στη φύση. Έχει την ευθύνη να αναρωτηθεί, αυτό θα ωφελήσει τον άνθρωπο; Μήπως είναι επιζήμιο για τη φύση; Ακόμη και αν πιστεύει ότι αυτό το κάτι είναι χρήσιμο, πως μπορεί να είναι σίγουρος ότι στο μέλλον δεν θα χρησιμοποιηθεί για κακό; Δεν μπορεί να το ξέρει και γι’ αυτό δεν πρέπει να το κάνει. Πρέπει να αντισταθεί στην ευφυΐα του, να επικρατήσει η λογική του. Τίποτα δεν θα είχε κατασκευάσει, ούτε πύραυλο για το διάστημα, ούτε βέλος, ούτε τροχό, ούτε όλεθρο. Ο άνθρωπος έπρεπε να έχει την λογική να μην αφήσει την ευφυΐα του να τον οδηγήσει.



Οι Επίγειοι δεν είχαν κατασκευάσει τίποτα καινούργιο. Χρησιμοποιούσαν τα κολοκύθια για κούπες και το βαμβάκι για τα σκοινιά τους, υλικά της φύσης σε λίγο διαφορετική μορφή. Οι Επάνω έκαναν το Σωστό βίωμά τους. Ζούσαν αγαπώντας και προσφέροντας ο ένας στον άλλο. Η έλλειψη του φόβου και του άγχους άλλαξε την χημεία του εγκεφάλου τους, η αντίληψή τους είχε διευρυνθεί, η σκέψη τους κάλυπτε το χώρο. Χάρις σε ΑΥΤΟ τα είδε.



Για λίγα δευτερόλεπτα είχε νοιώσει ότι μετείχε σε μια σφαίρα όπου οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φυτά, το νερό, τα βουνά, όλη η Γη ήταν ένα. Ένα σφιχτοδεμένο ΕΝΑ. Πέταξε στα δέντρα και αφέθηκε με εμπιστοσύνη. Ταξίδεψε μαζί τους και είδε την μέρα να εναλλάσσεται με την νύχτα, να εναλλάσσεται με τη μέρα…



Ένοιωσε την ανάγκη να δει και πιο πέρα…Της επιτέθηκαν σάτυροι και δράκοι, την κυνήγησαν αλυσοδεμένες γυμνές γυναίκες και παιδιά… ζήτησε βοήθεια και παρουσιάστηκε δίπλα της κάποιος που αναγνώρισε…

<Αλέξανδρε>

<Πάμε να δεις>



Είδε ένα Μαύρο σύννεφο και ένοιωσε την Ψύχρα του. <Είναι το Κρύο και το Τίποτα>

Πλησίασε, δεν μπορούσε να δει καθαρά μέσα αλλά διέκρινε φίδια ζευγαρωμένα, που περιστρέφονταν αντίθετα.



Κάποια ξέφευγαν από τα ζευγάρια τους και έβγαιναν από το σύννεφο.

<Είναι η Κίνηση και το Κάτι>



Ενώνονταν μεταξύ τους και έκαναν ένα ολοστρόγγυλο διαμάντι.

<Είναι η Ύλη.>



Τα διαμάντια έλκονταν και έκαναν εκπληκτικά τρίγωνα.

<Είναι Αυτό που Έγινε, η Αρμονία.>



Τα τρίγωνα πλήθαιναν και είδε τα Σύμπαντα.

<Είναι η Δημιουργία.>



<Γιατί έχουν διαφορετικό χρώμα;>

<Επειδή έχουν διαφορετικό χρόνο ζωής.>

<Γιατί ανά δύο μοιάζουν ίδια;>

<Επειδή προέρχονται από την ίδια αλλά αντίστροφη κίνηση.>

<Πάμε στο δικό μας>



Διέσχισαν τους Γαλαξίες και αντίκρισε τη Γη. Εκεί αισθάνθηκε σιγουριά και ο Αλέξανδρος χάθηκε. Βούτηξε στην ατμόσφαιρά της και καθώς πλησίαζε τον χώρο των Ζώων, είδε, τον είδε να την κοιτά και να τους προσκαλεί. ‘Ελάτε’.





Πλησίαζε στην Ονειρούπολη και ένοιωθε κουρασμένη αλλά ανάλαφρη, ευτυχισμένη και λυπημένη για αυτά που επρόκειτο να κάνει. Διέκρινε κάποιον κοντά στο πηγάδι τους, είχε αρχίσει να σουρουπώνει και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιος ήταν. Είχε λείψει 3 μέρες, όλοι θα είχαν ανησυχήσει. Το έδαφος άρχισε να κατηφορίζει και τον έχασε.


Είχε σκεφτεί με κάθε λεπτομέρεια τα επακόλουθα, αλλά τώρα που έφτανε στην Ονειρούπολη ήθελε λίγα λεπτά ακόμη να μείνει μόνη, πριν τη μεγάλη αλλαγή.



Έκατσε στο χώμα και έτριψε τα πόδια της, θαύμασε τα πέλματά της που σ’ αυτά τα τρία χρόνια είχαν γίνει ανθεκτικά σχεδόν όπως των Επάνω. Και σε εκείνο το περιορισμένο οπτικό πεδίο, μπήκαν δύο άλλα πόδια. Δύο πόδια τριπλάσια από τα δικά της. Πόδια γίγαντα! Η ματιά της ανηφόριζε αργά και η καρδιά της χτύπαγε γρήγορα. Όταν είδε το πρόσωπό του, άρχισε να κλαίει. Ο θεός της! Ο σύντροφός της ήταν εκεί μπροστά της και χαμογελούσε.  Γονάτισε και την κοίταξε βαθειά στην ψυχή της. Άπλωσε το χέρι του και σκούπισε απαλά τα δάκρυά της. Μετά την πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του.



Πως μπορεί να ειπωθούν τα πάντα με μία ματιά!



Πως μπορεί ο Έρωτας να ολοκληρωθεί με μία αγκαλιά!



Πως μπορεί να εγκλωβιστεί η γεύση της ζωής σε ένα φιλί!



Σηκώθηκε. Η Κλειδοκράτορας τον μιμήθηκε. Έπρεπε να πάψει να κοιτά τα μάτια του για να μπορέσει να φύγει. Το βλέμμα της κατηφόρισε στα χείλη του, στο λακκάκι του λαιμού του, ευθυγραμμίστηκε στον ομφαλό του, πέρασε από τα σκοινιά του και κοίταξε τα πόδια του. Έκλεισε τα μάτια και όταν τα άνοιξε δεν ήταν εκεί. Τον είδε να τρέχει και κατάλαβε ότι ήξερε για αυτήν, ήξεραν για αυτούς. ‘Έπιαναν’ τις σκέψεις τους.





Φύτεψαν όλα τα φυτά και ελευθέρωσαν τα ζώα. Σκέφτηκε τη φράση της 5 φορές και η Ονειρούπολη σφραγίστηκε για πάντα. Πήρε λίγο χώμα, το έριξε πάνω της και οι άλλοι την μιμήθηκαν. Σε λίγο ο αέρας θα αποτελείωνε την δουλειά τους και δεν θα φαίνονταν τίποτα.



Είχε δοθεί ένα τέλος στη μιζέρια τους.



Εκτός από τις μάσκες και τους μετατροπείς, δεν πήραν τίποτα άλλο μαζί τους.



Οι Επίγειοι δεν κινδύνευαν από τίποτα. Δεν φοβόταν τίποτα.

Οι Επίγειοι είχαν καταφέρει το ακατόρθωτο. Ζούσαν σωστά.



Πήγε εκεί που λίγοι είχαν πάει. Είδε πράγματα που λίγοι είχαν δει. Είδε το Τίποτα, αυτό που λένε οι άνθρωποι ότι υπάρχει πριν από το Θεό.

Κατάλαβε γιατί γεννιόταν λίγα κορίτσια.

Κατάλαβε γιατί προσκλήθηκαν να ανέβουν.

Κατάλαβε.


Καμιά απορία δεν υπήρχε στο μυαλό της. Καμιά ερώτηση δεν περίμενε απάντηση. Το Σύμπαν έγινε μικρό. Μια κουκίδα μέσα της. Δεν λυπήθηκε, δεν χάρηκε, μόνο αναστέναξε.


Μπήκε μπροστά τους και σκέφτηκε ότι τους οδηγεί στον Παράδεισο.


Ο κεραυνός που έσκισε τον ουρανό φώτισε τον ήλιο. Ένα μαύρο σύννεφο εμφανίστηκε από το πουθενά, εκεί, πάνω από την περιοχή των ζώων. Ο αέρας και η βουή έφτανε μέχρι αυτούς.

-Τι συμβαίνει; ρώτησε η πολίτης-Ψυχολόγος.

Η Κλειδοκράτορας χαμογέλασε και ήταν αυτό το χαμόγελο που τους έκανε να μαζευτούν τρομαγμένοι γύρω της.

-Είναι ο τελευταίος πειρασμός, το θηρίο παλεύει για την ζωή του, φοβερίζοντας. Μην τρομάζετε, χαρείτε, γιατί σήμερα είναι η πιο λαμπρή μέρα της ανθρωπότητας.



Δεν χρειάζονταν άλλο εδώ. Ο άνθρωπος-δένδρο, αυτός που άλλαξε τρεις φορές όνομα στη ζωή του, εξαφανίστηκε. 
 

Την ίδια ακριβώς στιγμή, στα έγκατα της σφραγισμένης Ονειρούπολης, η τελευταία ανθρώπινη συχνότητά του, ενεργοποίησε τον κεντρικό αλγόριθμο. Μέσα στο σκοτάδι, τα καλώδια, τα δεδομένα και οι παλαιοί βιολογικοί ιστοί των εργαστηρίων δόνησαν  ως ένα. Το βιολογικό AI είχε μόλις ξυπνήσει, έτοιμο να αναλάβει τον ρόλο του αιώνιου, προγραμματισμένου προστάτη  του πλανήτη.-




Τ Ε Λ Ο Σ

Στον Αλέξανδρο.
 










ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΣΧΟΛΙΑ

1. Τόσο χρόνο θα έκανε μία δέσμη φωτός να διατρέξει την περίμετρο της Γης.

2. Buteyko konstantin. Η μέθοδός του για την πρόληψη και θεραπεία πολλών νόσων αναγνωρίστηκε επίσημα από τη Σοβιετική Ένωση. Ίσως σε κανένα καπιταλιστικό κράτος δεν θα μπορούσε να ‘ανθήσει’ μία μέθοδος που θεραπεύει χωρίς φάρμακα, δηλαδή χωρίς δαπάνες.

3. <Το Μυστικό μήνυμα του νερού> Dr Masaru Emoto.

4. Ιvanov Porfiry. Γεννήθηκε το 1898 στη Ρωσία. Όταν του είπαν ότι έχει καρκίνο αποφάσισε να πεθάνει, βγήκε γυμνός και περπάτησε στο βουνό. Αισθάνθηκε καλύτερα και την επόμενη μέρα το επανέλαβε. Έζησε από τότε γυμνός, στα χιόνια. Θεωρείτο άγιος, τον επισκέφθηκε και ο Γκορμπατσόφ.

5. Ο Rupert Sheldrake είναι ένας βρετανός βιολόγος που με τις πρωτοποριακές θεωρίες και έρευνές του έχει κατορθώσει να «ταρακουνήσει» τα ήσυχα νερά της σύγχρονης επιστήμης της Βιολογίας και όχι μόνο.
Μορφικά πεδία
Ο Sheldrake γενικεύει την έννοια αυτών των πεδίων σε «μορφικά πεδία», υπονοώντας την ύπαρξη ενός νέου, για τη σύγχρονη επιστήμη, είδους πεδίων που ευθύνονται όχι μόνο για τον προσδιορισμό της μορφής αλλά και αυτό της συμπεριφοράς. Πρόκειται, λοιπόν για πεδία που οργανώνουν οποιοδήποτε σύστημα τόσο στη μορφή όσο και τη λειτουργία του. Κάθε σύστημα διαθέτει ένα τέτοιο πεδίο που ενώνει και συντονίζει τα διάφορα μέρη του, ώστε να δρα και να συμπεριφέρεται ως ολότητα. Έτσι, ένα σύστημα δεν είναι πια το απλό άθροισμα των μελών του αλλά κάτι παραπάνω, που γεννά μια άλλη ολοκληρωμένη οντότητα.


 6. Galina Shatalova ( 1916 -2011) Ήτανν νευροχειρουργός. Ήταν επικεφαλής της ιατρικής επιτροπής επιλογής των Σοβιετικών κοσμοναυτών. Ανέπτυξε μία θεωρία και για να την αποδείξει προέβη σε 311 μίλια (500 χλμ.) πεζοπορίας μέσα στην έρημο, το 1990, τρώγοντας, αυτή και η ομάδα της μόνο σπόρους. Είχε συνεργαστεί με τον Μπουτέικο.


7. <Τι στο μπιιιπ ξέρουμε;> ARNTZ, CHASSE, VICENTE8. <

8. Ο έρωτας έχει ημερομηνία λήξης, υποστηρίζουν Ιταλοί επιστήμονες σε νέα έρευνα. Και το πάθος διαρκεί το πολύ δύο χρόνια. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Πίζα μελέτησαν τα επίπεδα ορμονών σε άνδρες και γυναίκες, που βρίσκονταν στην αρχή μιας σχέσης. Στην αρχή της σχέσης τα ζευγάρια πετούν στα ύψη γιατί στα ύψη βρίσκονται ορισμένες ορμόνες, οι οποίες ρίχνουν λάδι στη φωτιά του πάθους. Δύο χρόνια μετά όμως, όταν συνήθως τα ζευγάρια περνούν στη φάση της σταθερής σχέσης, τη σκυτάλη παραλαμβάνουν άλλες ορμόνες, οι οποίες μετατρέπουν την ερωτική επιθυμία σε ανάγκη για μια απλή αγκαλιά.> ΤΟ ΒΗΜΑ

9. <Ο Μύθος της χοληστερίνης>. Δρ. Β. Χάρτενμπαχ.

10. <Το φοβερό πείραμα των εμβολίων> Ε.Τσιριγγάκη. Περιοδικό Τρίτο Μάτι.

11. <Η συνωμοσία του γάλακτος> http://www.notmilk.com

12. <Έλλειψη Αλατιού-Αιτία Πολλών Σοβαρών Ασθενειών> www.shirleys-wellness-cafe.com.

13. <Η μηνυτήρια αναφορά στο δικαστήριο της Χάγης για γενοκτονία και άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τα οποία έγιναν από τις Φαρμακευτικές Εταιρίες>. Πρωταγόρας Περιοδικό Τρίτο Μάτι.

14. La Belle
Verte

15. Αν ο άνδρας ήταν σοφός, η γυναίκα απλώς θα υπάκουε. Δεν θα είχε χαρακτήρα-χαρακτηριστικά.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο


Ο Αλέξανδρος έχωσε τα χέρια του στην άμμο και έβγαλε μία πέτρα. Ήταν κρύα. Ξέθαψε και τις υπόλοιπες και τις έβαλε να καψώσουν γύρω από τη φωτιά. Άνοιξε γούβες περιμετρικά στην άμμο και με δύο κρύες μετέφερε τις καυτές. Τις σκέπασε και κοίταξε τα παιδιά. Τα πήρε δυο-δυο και τα έβαλε να καθίσουν. Πρόσεξε ότι τον τελευταίο καιρό καθόταν όλο και λιγότερο στην άμμο. Περπατώντας ή μπουσουλώντας εξερευνούσαν την σπηλιά και όταν ήθελαν να ξεκουραστούν κάθονταν στο χώμα. Την φωτιά δεν την πλησίαζαν ποτέ.



‘Μήπως ζεσταίνονται;’, αναρωτήθηκε. Τους έδωσε μερικά πορτοκάλια για να παίξουν και στάθηκε να τα παρατηρήσει. Τα παιδιά σε λίγο πήραν τα πορτοκάλια και έφυγαν από την άμμο. Ο Αλέξανδρος έβαλε τα χέρια πάνω της, ήταν ζεστή.



‘Ζεσταίνονται’! σκέφτηκε με ικανοποίηση. Θα έβαζε τις ζεστές πέτρες μόνο για την νύχτα που τα παιδιά κοιμόταν πολλές ώρες και η θερμοκρασία έπεφτε περισσότερο. Αν θα ενοχλούνταν, θα τις καταργούσε.



Από τότε που ήταν 40 ημερών προσπαθούσε να τους κεντρίζει την περιέργεια και το ενδιαφέρον. Περνούσε από το κορμάκι τους φρούτα, τα ακουμπούσε με λαχανικά, έβαζε κάτω από τη μύτη τους λουλούδια, άγγιζε τη γλώσσα τους με διάφορες γεύσεις, έκανε χρωματικές ομάδες φρούτων, χαμογελούσε και χτύπαγε παλαμάκια σε ένδειξη χαράς… Όμως δεν τα μίλαγε, δεν έβγαζε κανένα ήχο. Η γλώσσα θα ήταν δικό τους δημιούργημα.



Για να μην ξεχάσει κανένα παιδί για ό,τι έπρεπε να τους κάνει, χρησιμοποιούσε τη σειρά που γεννήθηκαν. Ξεκινούσε με το κορίτσι'1' και τελείωνε με το αγόρι '14'. Αρκετές φορές τη μέρα τα έπαιρνε ένα-ένα και τα πήγαινε στο ρυάκι για να πιούν νερό, έβαζε στη χούφτα του και αυτά κατάπιναν. Μετά τα βουτούσε μέχρι το λαιμό, έδιωχνε το πολύ νερό από πάνω τους με τα χέρια του και τα ακουμπούσε στο στήθος του για να στεγνώσουν. Αυτά δεν ενοχλούνταν, έβγαζαν χαρούμενες κραυγές, κουνούσαν τα ποδαράκια τους και κοίταζαν με ενδιαφέρον τριγύρω.



Έλιωνε την τροφή τους σε ένα πλατύ βράχο με μία πέτρα, αυτά έλεγαν <Τάκτάκ>, καταλάβαιναν ότι θα φάνε και τον πρόσεχαν με ενδιαφέρον, επειδή δεν τα φούσκωνε με τροφή. Είχε για ποσοτικό δείκτη τα δόντια τους και αύξανε τη τροφή σε κάθε καινούργιο δόντι. Την μία μέρα τα ταΐζε φρούτα και λαχανικά και την άλλη ψημένους βολβούς και καπνιστό κρέας, τότε τους έβαζε και αλάτι. Κάποια στιγμή είδε  με έκπληξη ότι έτρωγαν και χώμα. Ο Αλέξανδρος δεν τα εμπόδιζε. Έπρεπε σύντομα να τους φέρει και φρέσκο κρέας.



Ο '3' γκρίνιαζε σήμερα πολύ. Πρόσεξε ότι του έτρεχαν και σάλια.



‘Δόντι’.

 Σκέφτηκε να του τρίψει τα ούλα με αλάτι. Δεν τους είχε δώσει ποτέ πριν σκέτο, και ήταν περίεργος για την αντίδρασή του. Σάλιωσε το δάκτυλό του και το βούτηξε στο αλάτι. Αγκάλιασε το κεφάλι του αγοριού και έτριψε με το δάκτυλο το φουσκωμένο ούλο. Το πρόσωπό του συσπάστηκε σε μία αλατισμένη αστεία γκριμάτσα και ο Αλέξανδρος ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια! Τα παιδιά γύρισαν και τον κοίταξαν ξαφνιασμένα. Ο '3' συνέχισε να γλείφεται και ο Αλέξανδρος ξαναγέλασε και τον φίλησε. Η '9' από τα δίδυμα έκανε ένα γελάκι και τα άλλα την κοίταξαν. Ο Αλέξανδρος πήγε μπροστά της, χτύπησε παλαμάκια και γέλασε, το κοριτσάκι τον μιμήθηκε βγάζοντας χαρούμενα μια κραυγή-γέλιο και σε λίγο γέμισε η σπηλιά με ανάλογους ήχους.







Ο ουρανός από το πρωί ήταν μολυβένιος.



‘Θα βρέξει’.



Τα παιδιά δεν είχαν δει βροχή, δεν έβγαιναν μόνα τους από τη σπηλιά, σταματούσαν μέχρι την είσοδο. Αν έβρεχε θα ήταν μία καλή ευκαιρία για να τα τραβήξει έξω. Το απόγευμα άρχισε να ψιχαλίζει, τα παιδιά άκουσαν τον ήχο και τον κοίταξαν. Ο Αλέξανδρος τους χαμογέλασε πήγε στην είσοδο και τα παιδιά τον ακολούθησαν και στριμωχτήκαν γύρω του. Περίμενε για λίγο να δουν και να αισθανθούν τις οσμές από το βρεγμένο χώμα και μετά πήγε και στήθηκε μέσα στη βροχή. Χειροκροτούσε, γελούσε, άνοιξε το στόμα του και έπινε επιδεικτικά νερό. Τα παιδιά τον κοίταξαν με ενδιαφέρον, όσο η βροχή δυνάμωνε τόσο και αυτός χοροπήδαγε περισσότερο.



-<Τσότσό>, είπε ο '14' μιμούμενος τον ήχο της βροχής. Μετά τον ακολούθησε, ήρθε πατώντας προσεκτικά και στάθηκε δίπλα του. Ο Αλέξανδρος ξάπλωσε στο λασπωμένο έδαφος και το αγόρι ήρθε στην αγκαλιά του, λασπώθηκαν και γέλαγαν χαρούμενα. Ένα-ένα τα παιδιά ήρθαν και έγιναν ένα κουβάρι!



Ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό και τον κοίταξαν. Ο Αλέξανδρος χτύπησε χαμογελαστός παλαμάκια, σηκώθηκε και άρχισε να ξεπλένεται. Τα παιδιά προσπάθησαν να τον μιμηθούν, τα καθάρισε λίγο και πρόσεξε ότι κανένα δεν είχε ανατριχιάσει. Πήγε στην είσοδο ακολουθούμενος από αυτά, τα κατεύθυνε στη φωτά και άρχισε να χοροπηδά γύρω της, τον μιμήθηκαν και όσο στέγνωναν ακούγονταν οι κεραυνοί. Ο Αλέξανδρος πήρε ένα δαδί, έκατσε στην είσοδο και σε κάθε κεραυνό που έπεφτε γελούσε και κούναγε το δαδί. Τα παιδιά κοίταζαν με ενδιαφέρον τις δύο φωτιές.







Ο Αλέξανδρος ήξερε ότι στην Ονειρούπολη τους έβλεπαν αλλά με την πάροδο του χρόνου το θυμόταν όλο και πιο σπάνια. Έτσι μερικές φορές ξαφνιασμένος από την ανάμνησή της κάμερας, κοίταζε ψηλά, πάνω από την είσοδο της σπηλιάς και σήκωνε το χέρι του σε χαιρετισμό, κίνηση που αντέγραψαν και τα παιδιά.



Κάθε πρωί φρόντιζε τα φυτά, τα παιδιά τον παρατηρούσαν και μάθαιναν την καλλιέργειά τους. Ο Αλέξανδρος έπαιρνε τη τροφή που χρειάζονταν για την ημέρα, και τα παιδιά έμαθαν να τρώνε λίγο και μόνο όταν πεινούσαν πραγματικά. Έμαθαν την σειρά τους και περίμεναν με υπομονή για ό,τι θα έπαιρναν, όμως δεν εμπόδιζε τις πρωτοβουλίες τους και σε ό,τι έκαναν εκτός σειράς.



Έπρεπε να τους φέρει κρέας και γι’ αυτό έπρεπε να τους μάθει στην απουσία του. Το πρωί ξύπνησε νωρίς, πήγε και έκοψε ένα κλαδί από την ελιά και το στερέωσε στην είσοδο. Μετά ανέβηκε στην κορυφή του λόφου, κρύφτηκε και περίμενε. Σε λίγο τα παιδιά βγήκαν, πήγαν στο ρυάκι, ήπιαν νερό και άρχισαν να τον ψάχνουν. Χτυπούσαν παλαμάκια και φώναζαν <Κχάκχά>. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε με το καινούργιο του όνομα. Τα παιδιά πήγαν στο δένδρο και το ‘λίπαναν’. Έκαναν την ‘ανάγκη’ τους γύρω από ένα δένδρο, όταν αυτό γέμιζε με λίπασμα, πήγαιναν σε άλλο.



Η '9' πήρε μία τούφα από βαμβάκι και το έβαλε στο στόμα, το μάσησε αλλά δεν βρήκε καμιά νοστιμιά. Προσπάθησε να το βγάλει αλλά μπλέχτηκε στα δόντια της και σχηματίστηκε μία μακριά ίνα καθώς το τράβαγε.



Έκοψαν ντομάτες, αγγουράκια και πιπεριές, κοίταξαν με λαχτάρα τα φορτωμένα με μήλα αλλά ψηλά για το μπόι τους κλαδιά, έκατσαν κάτω από την ελιά που ήταν στο κέντρο των δένδρων και τα έφαγαν. Τα λιγοστά σκουπίδια τα έβαλαν λίπασμα.



Το παιχνίδι τους ήταν άτονο και είχαν εκνευρισμό.



Εμφανίστηκε στην είσοδο λίγο πριν σκοτεινιάσει, πήρε το κλαδί και τους το έδειξε. Τα παιδιά έτρεξαν επάνω του φωνάζοντας <Κχάκχά>.





Μετά από δύο μέρες σηκώθηκε νωρίς και έβαλε πάλι κλαδί από ελιά στην είσοδο. Έκοψε και άφησε φρούτα κάτω από τα δέντρα και ανέβηκε στον λόφο. Σήμερα θα απουσίαζε και το βράδυ, θα ήταν το πρώτο βράδυ που θα έμεναν μόνα τους.

Τα παιδιά αντιδρούσαν καλύτερα.

Το πρωί μπήκε στη σπηλιά με το κλαδί και τα ξύπνησε. Τώρα ήταν έτοιμα να τα αφήσει και λίγο περισσότερο, ήσυχος για την ασφάλειά τους.





Μετά από δύο μέρες άφησε τροφή, το κλαδί στην είσοδο που ήλπιζε ότι το είχαν συνδυάσει με την απουσία του και ξεκίνησε νωρίς για τον χώρο τον ζώων. Έφτασε το απόγευμα και ξεκουράστηκε απολαμβάνοντας την αρμονία. Κοίταξε γύρω για το υποψήφιο θύμα. Πλησίασε ένα αρνί, το έπιασε και το κράτησε μέσα στα πόδια του, φώναξε και τρόμαξε τα ζώα για να απομακρυνθούν και αυτοσυγκεντρώθηκε. Σήκωσε μία βαριά πέτρα και την κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του ζώου. Έπρεπε να θρέψει τα παιδιά, αλλά εκείνη τη στιγμή λυπόταν για τη ζωή που χάθηκε...Τουλάχιστον είχε προσφέρει ένα ακαριαίο θάνατο.



Μετέφερε τα κομμάτια περασμένα σε μία βέργα πάνω στους ώμους του και τα αβγά μέσα στο δέρμα του ζώου. Όταν έφτασε κοντά στη σπηλιά τα άφησε κάτω και έθαψε το δέρμα. Μπήκε κουνώντας το κλαδί της ελιάς και τα παιδιά τρέξανε πάνω του και τον αγκάλιασαν. Πήρε ένα καρβουνιασμένο δαδί, ξύλα, πήγε στη φρέσκια τροφή και άναψε έξω φωτιά γιατί δεν ήθελε να μείνει η βαριά μυρωδιά του κρέατος μέσα στη σπηλιά. Κοιτούσαν με ενδιαφέρον, κυρίως τα αβγά. Ο '8' έπιασε ένα και προσπάθησε να το δαγκάσει, τα δόντια του γλίστρησαν πάνω στο τσόφλι γι’ αυτό ξαναπροσπάθησε πιέζοντάς το με δύναμη. Έσπασε στο στόμα του και πασαλείφτηκε. Γέλασαν με το ύφος του και αυτός σκούπισε τα μάγουλά του με την παλάμη του, την καθάρισε στο πρόσωπο του '14' που στεκόταν δίπλα του και γέλασε με τη σειρά του. Ο Αλέξανδρος πήρε τα αβγά με προσοχή και τα έβαλε δίπλα στη φωτιά. Σε λίγο γέμισε με τσίκνα η περιοχή και τα παιδιά έκατσαν τριγύρω και περίμεναν. Πήρε μερικά λεμόνια, έφερε πάνω σε ένα συκόφυλλο αλάτι, αλάτισε το κρέας, έριξε λίγες σταγόνες λεμόνι και τους έδειξε το ροδοκόκκινο ψητό. Έσκισε πρώτος με τα δόντια του την νόστιμη σάρκα και τα παιδιά τον μιμήθηκαν. Σε λίγο βογκούσαν από την απόλαυση. Ο Αλέξανδρος καθάρισε ένα αβγό από τα τσόφλια, έριξε αλάτι και το έδωσε στην '1'.









Ο '14' είχε ξυπνήσει νωρίς και για να τους κάνει έκπληξη ανέβηκε στα δέντρα, έκοψε φρούτα και τα συγκέντρωσε κάτω από την ελιά. Πήρε ένα μανταρίνι και μπήκε στο ρυάκι για να το απολαύσει στην δροσιά του. Έκοψε το μικρό κλαδάκι, το πέταξε προς το έδαφος ξεφλούδισε το μανταρίνι, τα πέταξε όλα μαζί στο έδαφος για να τα χρησιμοποιήσει μετά για λίπασμα και άρχισε να απομυζεί τα γλυκά φιλαράκια. Οι φλούδες έπεσαν κοντά στο νερό και σε λίγο μία παρασύρθηκε και πέρασε από μπροστά του. Ο '14' τη κοίταξε ξαφνιασμένος. Η φλούδα έπλεε και αυτός σηκώθηκε και την ακολούθησε. Έφτασε κοντά της, τη πήρε, τη περιεργάστηκε και την άφησε στο νερό. Παρατηρώντας την πορεία της,  έβαλε  δίπλα της ένα κομμάτι από το  μανταρίνι, αυτό ταξίδεψε βυθιζόμενο. Έμεινε να τα κοιτά, μετά πλησίασε τη κοίλη φλούδα και έβαλε μέσα ένα μικρό φιλί από το μανταρίνι.  Αυτή παλαντζάρισε, ισορρόπησε και συνέχισε να κινείται. Ο '14' είπε <Ωωω!> με θαυμασμό, έμεινε ακίνητος για μιά στιγμή και μετά  βγήκε με ορμή από το νερό. Έκοψε διάφορα κλαδιά και φρούτα, μπήκε στο ρυάκι και τα έβαλε στο νερό. Πρόσεξε ότι κάποια επέπλεαν και κάποια βυθίζονταν.  Πειραματίστηκε αρκετή ώρα και κοίταξε με λαχτάρα προς τη σπηλιά.



-<Εεέι>…φώναξε, <εεέι>…

Εμφανίστηκαν στην είσοδο οι δίδυμοι. Ο '14' χοροπήδησε και τους έκανε νόημα να έρθουν γρήγορα.

Ο '11' κοίταξε προς το εσωτερικό της σπηλιάς και είπε <Εεέι, Μπό>, βιαστικά.

Ήρθαν στο ρυάκι σχεδόν τρέχοντας.

-<Τοό>! Είπε θριαμβευτικά ο '14' και τους έδειξε τα φρούτα που επέπλεαν. Τα κοίταξαν ξαφνιασμένοι και μετά όρμησαν και τον αγκάλιασαν, ενθουσιασμένοι για την ανακάλυψή του. Γύρισαν και κοίταξαν τον Αλέξανδρο. Αυτός χαμογέλασε και χειροκρότησε επιβραβεύοντας το παιδί.

Ο '14' ύψωσε τις παλάμες του δείχνοντας ότι θέλει την προσοχή τους. Έκοψε τέσσερα ξυλάκια , πήρε τέσσερα μήλα και βάζοντας τα ξυλάκια τα ένωσε μεταξύ τους. Τους τα έδειξε και τα έβαλε κάτω από το νερό. Η άνωση τα έβγαλε στην επιφάνεια.

-<Ωωω>! Θαύμασαν και χειροκρότησαν.

Ο '14' ύψωσε πάλι τις παλάμες του και μετά πήρε ένα μήλο. Τους το έδειξε χαμογελαστά και το απέθεσε απαλά, πάνω στα τέσσερα. Ξετρελάθηκαν, χτύπαγαν παλαμάκια και πλατσούριζαν στο νερό, κοιτούσαν και έδειχναν τα πέντε μήλα με θαυμασμό και τότε ο '14' ξανασήκωσε τις παλάμες. Σταμάτησαν και περίμεναν.

-<Τόο>, είπε και έδειξε προς τα δέντρα, < Τόο>...



Βγήκε από το ρυάκι και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Πήγε στα δέντρα και έκοβε βιαστικά μακριά κλαδιά. Όταν έκοψε αρκετά, τα πήρε στην αγκαλιά του και έτρεξε στο ρυάκι. Τον κοίταζαν χωρίς να καταλαβαίνουν αλλά τον ακολουθούσαν με ενθουσιασμό. Απέθεσε τα κλαδιά, έβαλε μερικά δίπλα-δίπλα και προσπάθησε να τα συγκρατήσει με άλλα, κάθετα. Τα έσπρωξε στο νερό, αυτά στάθηκαν για λίγο και μετά διαλύθηκαν. Όμως ήταν αρκετό για να καταλάβουν οι υπόλοιποι τι ήθελε να κάνει.



Χειροκρότησαν αλλά ταυτόχρονα η '9' και ο '3' έφυγαν τρέχοντας. Επέστρεψαν σχεδόν αμέσως, η '9' κρατώντας μία μακριά ίνα βαμβάκι και ο '3' ένα κλαδί συκιάς. Η ΄'9' μπήκε στο ρυάκι και έβαλε την ίνα γύρω από δύο κλαδιά και τους έδειξε την πρόχειρη ένωση. Οι άλλοι χειροκρότησαν με τη σκέψη της και μετά κοίταξαν τον '3', αυτός τράβηξε λίγη φλούδα κατά μήκος του κλαδιού και την έδειξε. Γέλασαν και χειροκρότησαν και με την δική του σκέψη.



Δούλεψαν με κέφι όλη τη μέρα και έκαναν μία γερή σχεδία. Ο Αλέξανδρος τα παρακολουθούσε ικανοποιημένος με την ευρηματικότητά τους στους κόμπους και στις ενώσεις. Πήραν την σχεδία, την έσπρωξαν στο νερό και καθώς αυτή κυλούσε πανηγύριζαν ενθουσιασμένοι. Ο '14' μπήκε στο νερό έπιασε τα πλαϊνά ξύλα και ανάλαφρα πήδηξε και ξάπλωσε πάνω. Τον κοίταξαν με θαυμασμό για λίγο και μετά όλοι μαζί έτρεξαν και προσπάθησαν να ανέβουν στη σχεδία. Διαλύθηκε και βυθίστηκαν.



Σε διάφορα σημεία του ρυακιού είχαν προσαράξει τα φρούτα και οι φλούδες. Η '13' όπως ξεκουραζόταν παρατήρησε ότι ένα κομμάτι είχε μέσα νερό. Το πήρε, το άδειασε, το ξαναγέμισε ύψωσε το χέρι της και το άδειασε. Οι περισσότεροι την είδαν και χειροκρότησαν με ενθουσιασμό.

‘'Έτσι μπράβο!’ σκέφτηκε ο Αλέξανδρος.

 Ο '8' που χάζευε αλλού, ενδιαφέρθηκε να μάθει και ρώτησε <Εεέ, εεέ;>'

Η '13' πήγε κοντά του, γέμισε τη φλούδα με νερό και τον εμπούχυσε.







Οι δίδυμοι δεν ήξεραν ότι ήταν δίδυμοι. Τα αγόρια έβλεπαν την ομοιότητα των κοριτσιών αλλά δεν ήξεραν ότι και αυτοί έμοιαζαν το ίδιο καταπληκτικά. Και τα δυο κορίτσια έβλεπαν ότι ο '11' και ο '12' ήταν ίδιοι αλλά δεν φαντάζονταν ότι έτσι ήταν και αυτές. Οι άλλοι προσπαθούσαν να τους το εξηγήσουν αλλά δεν τα κατάφερναν. Πήγαν στον Κχάκχά, στάθηκαν μπροστά του και έβαλαν τους διδύμους στο κέντρο, η '1' ακούμπησε τις παλάμες της πρώτα στα πρόσωπα των κοριτσιών και μετά στα πρόσωπα των αγοριών. Ο Αλέξανδρος κατάλαβε τι ήθελαν και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν.



Πήγε στα δέντρα, έκοβε και έδινε στον καθένα ένα καρπό. Στους διδύμους έδωσε δύο μήλα και στις δίδυμες δύο πορτοκάλια. Οι άλλοι κατάλαβαν, συμφώνησαν και χειροκρότησαν για τη σκέψη. Οι τέσσερεις όμως κοιτούσαν απορημένοι. Ο Αλέξανδρος επικαλέστηκε την προσοχή των κοριτσιών, πλησίασε τα αγόρια και ένωσε τα χέρια με τα μήλα, μετά ένωσε απαλά τα κεφάλια τους και σήκωσε τα χέρια τους κάτω από τα πρόσωπά τους. Οι δίδυμες και άλλοι συμφώνησαν αλλά τα αγόρια δεν κατάλαβαν. Ο Αλέξανδρος ζήτησε την προσοχή τους, πήγε στα κορίτσια ένωσε τα κεφάλια τους και σήκωσε τα χέρια με τα πορτοκάλια κάτω από τα πρόσωπά τους. Τα αγόρια συμφώνησαν και μετά κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένα. Ο '11' σήκωσε το χέρι και έπιασε τη μύτη του '12' και μετά έπιασε την δική του. Οι άλλοι συμφώνησαν και τον ενθάρρυναν με παλαμάκια. Έβγαλε τη γλώσσα του μπροστά στο πρόσωπο του αδελφού του και αυτός τον μιμήθηκε. Η '9' φούσκωσε τα μάγουλά της και στη στιγμή η '10' έκανε το ίδιο. Έφεραν τα κεφάλια τους δίπλα και κοίταξαν τους άλλους. Συμφωνούσαν χαμογελαστά.



Ο '14' ύψωσε τις παλάμες. Πλησίασε τον '3' και έδειξε τα μάτια του, μετά πήγε στην '7' και έδειξε και τα δικά της, μετά έδειξε τον ουρανό. Όλοι συμφώνησαν και ο '8' τον πλησίασε και έδειξε ότι και τα δικά του μάτια ήταν σαν του '3' και της '7' και σαν τον ουρανό. Κοιτάχτηκαν όλοι με ενδιαφέρον, κάθισαν κάτω από την ελιά και έδειχναν τις ομοιότητές τους.



Άρχισαν να γνωρίζουν τους εαυτούς τους μέσω των χαρακτηριστικών των άλλων. Αποτύπωσαν στο μυαλό τους αυτές τις ομοιότητες και πολλές φορές άγγιζαν αυτά τα κοινά τους σημεία στους άλλους. Από μωρά τους άρεσε η επαφή, ποτέ δεν κάθονταν χωρίς να ακουμπούν τον διπλανό τους με κάποιο τρόπο, και στον ύπνο τους κοιμόταν σχεδόν αγκαλιασμένοι. Όμως τώρα, αυτές οι ομοιότητες, τους έκανε να αγαπηθούν τόσο πολύ που να μην καταλαβαίνουν αν αγαπούν τα χείλη  τα δικά τους που δεν βλέπουν, ή το στόμα του άλλου που βλέπουν και που τους είπαν ότι είχαν όμοιο. Αγαπήθηκαν σαν να ήταν όλοι, ένα.



Αναζήτησαν και τις ομοιότητες στα σώματά τους. Αυτό ήταν πιο εύκολο γιατί μπορούσαν και έβλεπαν όλη την μπροστινή πλευρά τους. Ο Αλέξανδρος πρόσεξε ότι τα γεννητικά τους όργανα δεν τους έκαναν περισσότερη εντύπωση από τα άλλα μέλη τους που έμοιαζαν ή δεν έμοιαζαν, άλλωστε ουρούσαν όρθιοι αγόρια και κορίτσια. Όταν όμως εμφανίστηκαν τρίχες στον '8', αυτό τους έκανε εντύπωση. Έτρεξαν στον Κχάκχά και ο '8' έπιασε το πυκνό τρίχωμα του άντρα και έδειξε τις λιγοστές τρίχες στο δικό του εφηβαίο. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε και χαμογέλασε.



‘Γίνονται έφηβοι’



Όλοι γονάτισαν μπροστά του και άγγιξαν αυτό το τρίχωμα που έμοιαζε του Αλέξανδρου. Αυτά όμως τα χάδια ξύπνησαν λειτουργίες που έκαναν το πέος του να αρχίσει να σκληραίνει. Τους ξάφνιασε και με ενδιαφέρον ήθελαν να τον αγγίξουν πάλι. Το πέος του '8' πήγε από χέρι σε χέρι, σκλήραινε και ορθώθηκε και όλοι απορούσαν πως ορθώθηκε μέρα μεσημέρι. Έσπρωξαν τον ταλαίπωρο που είχε ένα περίεργο ύφος και δεν μπορούσε να περπατήσει στον Αλέξανδρο να το δει και αυτός. Ο Αλέξανδρος κρατήθηκε για να μην γελάσει αλλά θαύμασε τη φύση του παιδιού. Τότε συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα ‘παιδιά’ τον είχαν φτάσει σχεδόν στο ύψος.



Το πέος άρχισε να ζαρώνει και το παιδί έλεγε <Ω, ω, ω>, απογοητευμένα. Πήγαινε μπροστά τους, κουνούσε τους γοφούς του δυνατά και το πέος του πήγαινε αριστερά-δεξιά και χτυπούσε στο σώμα του με ένα απαλό μαστιγωτό ήχο. Του χαμογελούσαν ευγενικά αλλά κανείς δεν είχε την περιέργεια να τον ξαναγγίξει.



Δεν τους έλεγε σχεδόν τίποτα αν δεν είχε την περιέργεια κάποιος να ρωτήσει και τότε όλοι τον πρόσεχαν με ενδιαφέρον γιατί καταλάβαιναν ότι ήταν και δική τους ερώτηση, μία ερώτηση που δεν είχαν σκεφτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.







Ο '11' έδειξε τον ήλιο που έδυε, ακούμπησε το κεφάλι του και έγνεψε <Νόο>. Και η '5' έδειξε προς την ανατολή το ασπριδερό φεγγάρι  και έδειξε ότι και αυτή δεν καταλαβαίνει τι ήταν αυτό. Όλοι συμφώνησαν και περίμεναν. Ο Αλέξανδρος τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν, μπήκαν στη σπηλιά και τους έδειξε τη φωτιά. Τα παιδιά ξαφνιάστηκαν. Έδειξαν τον ουρανό και τη φωτιά και ο Αλέξανδρος το επιβεβαίωσε. Στάθηκαν στην είσοδο, κοίταζαν τον ουρανό κοίταζαν και την φωτιά και έδειχναν εκνευρισμένα γιατί δεν καταλάβαιναν.



Μια ερώτηση ανάγκης, μία ερώτηση που σε βασανίζει πολύ καιρό, κάτι που δεν καταλαβαίνεις για πολύ καιρό, είναι χαοτική κατάσταση για το νου, που προσπαθεί να καταλάβει, να καταλήξει σε συμπέρασμα, να βάλει τάξη. Θα δημιουργηθεί πρόβλημα και στο σώμα. Έπρεπε να τους απαντήσει ικανοποιητικά.



Ο Αλέξανδρος ζήτησε την προσοχή τους σηκώνοντας τις παλάμες του. Πήρε ξύλα από τη φωτιά και έδωσε σε όλους να κρατάνε από ένα. Βγήκαν έξω και έβαλε τους μισούς να ανέβουν στον λόφο να καθίσουν και να βλέπουν. Πήρε τους υπόλοιπους μαζί του, τους έδειξε ότι έπρεπε να περπατάνε χωρίς να κοιτάνε πίσω και ότι έπρεπε να κρατάνε τις δάδες μπροστά στο στήθος τους.



Κάθε τόσο γύρναγε και κοίταζε πάνω από τον ώμο του. κάποια στιγμή είδε ένα φως να κατηφορίζει, να στέκεται για λίγο και μετά να ανηφορίζει. 'Χμ! Κάποιος επισκέφτηκε το τουρσί' σκέφτηκε και χαμογέλασε. Όταν του άρεσε η εικόνα στον λόφο, τους έκανε νόημα  ότι μπορούσαν να γυρίσουν. Τα παιδιά κοίταξαν αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε, οι φωτιές πάνω στον λόγο φαίνονταν σαν τα άστρα. Τους απομάκρυνε, έκανε νόημα να σηκώσουν τα δαδιά. Δεν είδε καμιά αντίδραση από τους άλλους απέναντι. Τους έκανε νόημα να έλθουν κοντά του και ένωσαν τα δαδιά σε μία δυνατή φωτιά. Κοίταζε απέναντι και είδε τα αστεράκια που ενώθηκαν σε ένα μεγαλύτερο. Αυτή τη κίνηση την έπιασε το μάτι τους και κοίταξαν με ενδιαφέρον. Ο Αλέξανδρος ξεχώρισε τα δαδιά και στη στιγμή το μεγάλο άστρο χώρισε σε μικρά. Τα παιδιά κατάλαβαν και χτύπαγαν τα πόδια τους με ενθουσιασμό. Ένωσαν τα ξύλα και οι απέναντι τους μιμήθηκαν. Τα παιδιά έδειχναν τα άστρα, έδειχναν και τις φωτιές, κατάλαβαν και φώναζαν ενθουσιασμένα <Ω, Ω>. Σε μία στιγμή ησυχίας άκουσαν και τους άλλους να απαντούν <Ω Ω>. Αυτό οδήγησε σε νέους πανηγυρισμούς και σινιάλα και δεν έφυγαν παρά μόνο όταν κάηκαν τα ξύλα τους.



Ξάπλωσαν στην αστροφεγγιά και κοίταζαν τον ουρανό. Ένα αστέρι έπεσε, και ο '8' το έδειξε ενθουσιασμένος. Έτρεξε στη σπηλιά, έφερε μία δάδα και την κούναγε απαντώντας έτσι στο σινιάλο. Ικανοποιημένοι αγκαλιάστηκαν και κοιμήθηκαν.



Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε, πόσο δίκαιο είχαν!



Ο γαλαξίας μας είναι ένας κόκκος μέσα στους γαλαξίες, το πλανητικό μας σύστημα είναι ένας κόκκος μέσα στο γαλαξία μας, η Γη είναι ένας κόκκος μέσα στο πλανητικό μας σύστημα και ο άνθρωπος ένας κόκκος πάνω στη Γη. Τι να ψάξει να βρει; Οι ίδιοι νόμοι ισχύουν παντού, γιατί να αναζητά άλλα όντα; Κόκκοι θα είναι και αυτοί. Και αν διαφέρουν λίγο στο σχήμα, τι σημασία έχει; Και αν η τεχνολογία τους είναι πιο ανεπτυγμένη, τι αλλάζει; Δεν έχει αξία πόσο άνετα ζεις αλλά πόσο ευτυχισμένος είσαι. Αγκάλιασε και αγάπησε τον διπλανό σου, γιατί μόνο με αυτόν μπορείς να γίνεις ευτυχισμένος.











Ήταν κάτω από την ελιά και έτρωγαν φρούτα. Ο '14' κοίταζε επίμονα το δέντρο για αρκετή ώρα, τόσο που το πρόσεξαν και οι άλλοι. Σηκώθηκε και έκανε τον γύρο της, μετά κοίταξε τα άλλα δέντρα και ξανάκανε τον γύρο της. Έμεινε ακίνητος για λίγο και μετά κοίταξε τους άλλους με μία έντονη έκφραση στο πρόσωπό του. Είδε ότι τον παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, αγκάλιασε τον κορμό της ελιάς και μετά έδειξε τα άλλα δέντρα. Κούνησαν τα κεφάλια τους ότι δεν κατάλαβαν. Ο '14' κοίταξε τα δέντρα σκεφτικά, και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν.



Πήγε στις μηλιές και έκοψε ένα μήλο από κάθε ένα δέντρο. Έδωσε τα 4 μήλα στην '1’ και μετά πήγε στις πορτοκαλιές. Έκοψε ένα πορτοκάλι από κάθε ένα δέντρο και τα έδωσε στην '2'. Πήρε λεμόνια, και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Πήγε στην ελιά και άφησε κάτω τα 4 μήλα στη σειρά, έβαλε από πάνω τους τα 3 πορτοκάλια και από κάτω παράλληλα τα 2 λεμόνια. Τα κοίταξε, του άρεσαν έτσι όπως τα είχε ευθυγραμμισμένα και μετά σηκώθηκε έδωσε ένα σάλτο και έπιασε ένα κλαδί ελιάς. Έκοψε ένα καρπό, τους τον έδειξε, έδειξε γύρω του και το έβαλε κάτω από τα λεμόνια. Έκατσε στο χώμα και τους  έκανε νόημα να τα παρατηρήσουν.



Κάθισαν γύρω και παρατηρούσαν τα φρούτα. Καταλάβαιναν ότι κάτι σημαντικό τους έδειχνε άλλα δεν αντιλαμβανόταν τι ήταν αυτό. Έμειναν πολύ ώρα εκεί και κάθε τόσο ο '14' τους έδειχνε τον καρπό της ελιάς. Κάποια στιγμή η '9' πήρε τα μήλα και τα μετέφερε πάνω από τα πορτοκάλια, ικανοποιημένη χαμογέλασε, το σχήμα της άρεσε περισσότερο έτσι. Άρεσε και στους υπόλοιπους και χειροκρότησαν. Κοίταζαν το ορθογώνιο τρίγωνο που σχηματίστηκε με ενδιαφέρον.



Η '13' ανακάθισε άρχισε να μαζεύει πετραδάκια από γύρω και ένα-ένα τα έβαζε πάνω από τα μήλα κάνοντας μία καινούργια σειρά και μεγαλώνοντάς την κατά ένα. Ο '11' πετάχτηκε, έτρεξε στις τριανταφυλλιές, έκοψε μερικά μπουμπούκια και πρόσθεσε και αυτός καινούργια σειρά πάνω από τις πέτρες. Όμως τα λουλούδια  ήταν λιγότερα, δεν έφτασαν για να αυξηθούν κατά ένα, γέλασαν οι υπόλοιποι και ο '11' πήρε ένα κλαδάκι και ζωγράφισε κάτι που έμοιαζε με λουλούδι στην άδεια θέση. Γέλασαν και χειροκρότησαν με ενθουσιασμό για τη σκέψη του και ο '12' πήρε το κλαδάκι και χάραξε καινούργια σειρά από πάνω. Μετά πήρε το κλαδάκι η '2' και έκανε και αυτή τη σειρά της, αλλά μία μηλιά την εμπόδιζε να την ολοκληρώσει. Τους κοίταξε απογοητευμένη αλλά ο '14' παίρνοντας τον καρπό της ελιάς, τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν.



Πήγε στο ξέφωτο μπροστά στην σπηλιά άφησε την ελιά τελετουργικά και χάραξε δύο γραμμές από πάνω της.  Έδωσε το ξυλάκι στην '1'. Αυτή χάραξε τρεις γραμμές και έδωσε το ξυλάκι στην '2'. Έκανε και αυτή τις γραμμές της και έδωσε το ξυλάκι στον '3'. Ο ένας μετά τον άλλο έκαναν τις σειρές τους και όταν τέλειωσε η '13' έδωσε το ξυλάκι στον '14'. Αυτός άρχισε καινούργιο κύκλο γραμμών που τους οδηγούσε μακριά από την είσοδο κατά μήκος και κατά πλάτος. Σκοτείνιαζε και αυτοί απλώνονταν με τις γραμμές τους πλησίαζαν στα δέντρα που θα τους εμπόδιζαν και πάλι, κοίταξαν την είσοδο της σπηλιάς που ξεκίνησαν και που είχαν φτάσει τώρα, και κατάλαβαν ότι και την άλλη μέρα αν συνέχιζαν και άλλο χώρο αν είχαν, κάποιος θα μπορούσε να κάνει μία καινούργια σειρά προσθέτοντας μία γραμμή παραπάνω.



Πήγαν στην είσοδο και κοίταξαν εκείνη την ελιά, και μετά τις σειρές που απλώνονταν μπροστά τους, ανέβηκαν στη κορυφή του λόφου και φαντάστηκαν τις γραμμές να γεμίζουν όλοι τη περιοχή και χειροκρότησαν με θαυμασμό γιατί από εκείνη τη μοναχική ελιά κατάλαβαν την αξία του Ένα. Και από το Ένα το Άπυρο.







Η '10' πονούσε και ήταν πρώτη φορά που κάποιος ένοιωθε πόνο από την εποχή που έβγαζαν δόντια. Ήταν ξαπλωμένη στην άμμο περιστοιχισμένη από όλους και έπιανε την κοιλιά της. Την κοίταζαν ανήσυχα, την άγγιζαν, την χάιδευαν και κοίταζαν τον Αλέξανδρο. Αυτός ψηλάφισε την πρησμένη της κοιλιά, κατάλαβε ότι ο πόνος ήταν στις σάλπιγγες και στη μέση της, κούνησε το κεφάλι του αρνητικά γιατί δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Ωστόσο έτριψε τη πλάτη και τη μέση της και βγήκε έξω.



Άκουσε να τον φωνάζουν και είδε τους περισσότερους στην είσοδο της σπηλιάς, φανερά αναστατωμένοι του έκαναν νόημα να πάει γρήγορα. Ο Αλέξανδρος έτρεξε κοντά τους και όταν μπήκε στη σπηλιά είδε το ξαπλωμένο κορίτσι και μπροστά του η '9' της κρατούσε τα γόνατα, ακούμπησε το χέρι της στο αιδοίο της αδελφής της και του έδειξε αίμα.



‘Η πρώτη γυναίκα’.



Ο Αλέξανδρος βγήκε έξω και επέστρεψε κρατώντας ένα τριαντάφυλλο. Το έδειξε σε όλους και το έβαλε πάνω στη κοιλιά του κοριτσιού, χαμογέλασε και χειροκρότησε. Το άλικο χρώμα του λουλουδιού, που έμοιαζε με το χρώμα του υγρού που έβλεπαν για πρώτη φορά να ρέει μέσα από το σώμα και η ήρεμη αντίδραση του Κχάκχά, τους καθησύχασε. Ο Αλέξανδρος έφερε μερικά κομμάτια βαμβάκι, σκούπισε απαλά το κορίτσι και έβαλε λίγο επάνω της.



Αργότερα η '10' ένοιωσε καλύτερα, ανακάθισε και αισθάνθηκε το υγρό να βγαίνει από μέσα της. Πήρε το βαμβάκι το κοίταξε που έμοιαζε σαν <Τοό>, το μύρισε και το πέταξε στην φωτιά. Τα δάχτυλά της είχαν ματώσει και τα σκούπισε στην κοιλιά της. Αυτές οι τρεις κόκκινες γραμμές άρεσαν στην '9' και της ζήτησε, για να μοιάζουν και σε αυτό. Η '10' ξάπλωσε, η αδελφή της άπλωσε το χέρι και πήρε αίμα στα ακροδάχτυλά της. Ζωγράφισε τρεις γραμμές στην κοιλιά της και τις έδειξε στους άλλους.



Το στολίδι άρεσε σε όλους και ένας- ένας έπαιρναν αίμα και έβαζαν πάνω τους, άλλος στο στήθος, άλλος στο πρόσωπο και ο '8' το έβαλε κατά μήκος του πέους του, γιατί ήθελε να τονίσει αυτό το σημείο. Τα αγγίγματα όμως ερέθισαν τη '10' και άρχισε να κουνά τους γοφούς της θέλοντας περισσότερα χάδια. Ο '8' που είχε νοιώσει κάτι ανάλογο προθυμοποιήθηκε, ξάπλωσε δίπλα της και έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Σε λίγο το κορίτσι, από ευγνωμοσύνη, ανταπέδωσε το χάδι.



Αγκαλιάστηκαν σφικτά και καθώς το αγόρι απολάμβανε αυτή την επαφή εισχώρησε με ορμή μέσα της. Το κορίτσι βόγκηξε με πόνο, αυτός σταμάτησε και την κοίταξε αλλά εκείνη τον τράβηξε πάλι επάνω της. Ένοιωθε να απλώνεται κάτι μέσα της και να την γεμίζει με αλμύρα, ένοιωθε αυτή την αλμύρα να ανεβαίνει μέχρι το στόμα της, θέλησε να την μεταδώσει και σε αυτόν, έπιασε το κεφάλι του και πίεσε το στόμα της πάνω στο δικό του.



Τα βογκητά και οι κινήσεις τους προξένησαν το ενδιαφέρον των άλλων, έκατσαν γύρω από την άμμο και τους παρακολουθούσαν.



Ένοιωθε ένταση και γλύκα σε όλους τους μυς της, η μύτη της έπιανε τις υπέροχες οσμές τους, το σώμα της είχε αιχμαλωτιστεί στη πρωτόγνωρη αίσθηση και το μυαλό της με αγωνία παρακολουθούσε αυτό που συνέβαινε, αυτό που γινόταν όλο και πιο ωραίο και δεν ήξερε τι να περιμένει και πού θα καταλήξει…



Οι κραυγές της κορύφωσής τους ανησύχησαν τα άλλα παιδιά, η '9' έκανε νόημα να τους χωρίσουν, όλοι συμφώνησαν, αλλά πριν το επιχειρήσουν τα δύο κορμιά απομακρύνθηκαν κοντανασαίνοντας και με μία γαλήνια έκφραση στα πρόσωπά τους.



Η ένταση στο σώμα της είχε ηρεμίσει αλλά το μυαλό της ήταν αναστατωμένο, ένοιωθε κάτι που την έκανε να σηκωθεί, κοίταξε γύρω και ένοιωσε να τη συνθλίβει ο χώρος, βγήκε σχεδόν τρέχοντας έξω. Οι άλλοι την ακολούθησαν περίεργοι και την είδαν να κινείται ασυνήθιστα. Έκανε λίγα βήματα, μετά άλλαζε γνώμη και πήγαινε σε άλλη κατεύθυνση, κοίταζε γύρω της και φώναζε <Α… Α… Α…>.



Ήταν πολύ μεγάλο αυτό που ένοιωθε, σχεδόν δεν μπορούσε να το αντέξει. Την πλημμύριζε αγάπη για όλα όσα έβλεπε γύρω της, άνοιξε τα χέρια της για να τα αγκαλιάσει, έκανε στροφές και σήκωσε το πρόσωπο ψηλά και μέσα από τη ψυχή της έβγαινε ένα ‘Α’ που το φώναζε βογκώντας, γιατί δεν ήξερε πως αλλιώς να εκφράσει αυτήν την ευτυχία της, δεν ήξερε που να κατευθύνει την ευγνωμοσύνη της, και στο μυαλό άστραψε η ιδέα ότι αυτό το υπέροχο και τεράστιο συναίσθημα που ένοιωθε θα έπρεπε να απευθύνεται σε κάτι Υπέροχο και Τεράστιο και σε Αυτό ήθελε να πει ‘ευχαριστώ’.



Ο Αλέξανδρος όσο την κοίταζε, διαισθάνθηκε τι της συνέβαινε και θυμήθηκε τα λόγια του Κωνσταντίν, ‘ 'Ο άνθρωπος  φτάνει στον Θεό με την λογική αλλά και με το συναίσθημα. Προστάτεψέ τον από κάθε φόβο και θα Τον αισθανθεί από ευγνωμοσύνη’.







Δεν είχαν απομακρυνθεί ποτέ από την περιοχή τους. Συνήθως ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου όταν τα χρώματα της δύσης ήταν έντονα και αγκαλιασμένοι αγνάντευαν τριγύρω. Η γη ήταν ξερότοπος και το πιο ωραίο σημείο ήταν ακριβώς κάτω από τα πόδια τους.



Ο Αλέξανδρος τους ξύπνησε το πρωί και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Πήγε στην σχεδία που τους είχε ζητήσει να κάνουν και έβαλαν επάνω μια πυκνή στρώση από φύλα και φόρτωσαν ξύλα και τροφή. Πήρε τις ‘πέτρες’ και βαμβάκι τα έβαλε και αυτά στη σχεδία είπε στους 4 πρώτους να την κρατήσουν και ξεκίνησε. Τα παιδιά τον ακολούθησαν παραξενευμένα γιατί ήταν κάτι που δεν είχαν ξανακάνει, αλλά όταν προσπέρασαν το ρυάκι τους, χοροπηδούσαν χαρούμενα.



Περπατούσαν κατά μήκος του ποταμού και κάθε τόσο έπιναν νερό και άλλαζαν αυτούς που κουβαλούσαν τη σχεδία. Το μεσημέρι μύρισαν τον αέρα, τα ευαίσθητα ρουθούνια τους έπιασαν την διαφορετική οσμή και κοίταξαν την θάλασσα χωρίς να την βλέπουν. Τους φάνηκε σαν να είχε κατέβει ο ουρανός πιο κάτω. Ο Αλέξανδρος τους έκανε νόημα να αφήσουν την σχεδία στο έδαφος και τον ακολούθησαν σε ένα κοντινό ύψωμα. Εκεί πρωτοείδαν την θάλασσα.



Τους έδειξε την κατεύθυνση του ποταμού που έφτανε μέχρι τη θάλασσα και ξαφνιάστηκαν με την τεράστια ποσότητα του νερού.



-<Τσό;> Ρώτησε ο '14' δείχνοντας τον ουρανό.



Ο Αλέξανδρος τον χειροκρότησε για την σκέψη του.



Έφτασαν στην παραλία και ο Αλέξανδρος φωνάζοντας χαρούμενα έπεσε στη θάλασσα και κολύμπησε. Τον παρατήρησαν για λίγο και μετά τον ακολούθησαν με τον ίδιο τρόπο. Στο ρυάκι κολυμπούσαν από μωρά, η άνωση της θάλασσας τους διευκόλυνε όμως περισσότερο και απόλαυσαν ένα σωρό βουτιές και παιχνίδια και δεν έπαυαν να γλείφουν την αλμύρα στα χείλη τους.



Τους πήγε στις αλυκές, τακτοποίησε τα φύλλα στη σχεδία ώστε να μην υπάρχουν κενά, πήρε μία χούφτα αλάτι και το έβαλε πάνω της. Τους έκανε νόημα να την γεμίσουν και επέστρεψε στη θάλασσα. Κολύμπησε μέχρι τα βράχια, βούτηξε και έψαχνε για κάποιο είδος ζωής. Ενθουσιασμένος είδε λίγα ψαράκια και μύδια. Πάτησε στις πέτρες και άρχισε να ψηλαφίζει προσεκτικά με τα χέρια ώστε να βγάζει τα μεγάλα.



Τα παιδιά τελείωσαν με το αλάτι. Τους φώναξε να έρθουν, και όταν τον έφτασαν τους έδειξε τα μύδια. Τα κοίταξαν αλλά δεν έδειξαν ενδιαφέρον, τους φάνηκαν σαν πέτρες. Ο Αλέξανδρος τους είπε ότι ήταν <Τάκτάκ> και ο '8' πήρε ένα και προσπάθησε να το δαγκάσει σαν αμύγδαλο. Ίσα που τον πρόλαβε για να μη σπάσει τα δόντια του, το πήρε και τα έδωσε όλα στην '1', τους έκανε νόημα να βουτήξουν το κεφάλι για να δουν. Όταν κατάλαβαν τι έπρεπε να κάνουν απλώθηκαν κατά μήκος στα βράχια και άρχισαν να μαζεύουν. Η '1' επέστρεψε τα μύδια στον Αλέξανδρο, γιατί ήθελε να βγάλει και αυτή τα δικά της. Ο Κχάκχά τους έδειξε τις μαυρισμένες χούφτες του και απομακρύνθηκε κολυμπώντας ανάσκελα. Κατάλαβαν ότι τόσα έπρεπε να μαζέψουν και αυτή τη στάση έπρεπε να πάρουν για να φύγουν.



Άναψε τη φωτιά και μέχρι να χωνέψουν τα ξύλα επέστρεψε κοντά τους.

Η αναταραχή είχε προσελκύσει μερικά ψαράκια και παρόλο που το βλέμμα τους έπεφτε σε αυτά, δεν τα έβλεπαν. Ο Αλέξανδρος πέρασε και από την πίσω μεριά των βράχων και κει με έκπληξη και ενθουσιασμό ανακάλυψε έναν αστακό που το πόδι του είχε πιαστεί ανάμεσα στις πέτρες και προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει. Τον γράπωσε και τον έβγαλε στην επιφάνεια. Για ένα ολόκληρο λεπτό σκεφτόταν τι να κάνει. Είχε αποφασίσει να τους πάει στα ζώα για να γνωρίσουν ότι υπάρχουν και άλλα είδη ζωής. Η καρδιά του πόνεσε, γιατί θα τελείωναν τα χρόνια της αθωότητας. Θα γνώριζαν την έμβια τροφή και τον θάνατο.



Τους έδειξε τον αστακό και τους φάνηκε σαν καρώτο. Βγήκαν έξω και πλησίασαν στη φωτιά. Ο Αλέξανδρος άφησε τον αστακό κάτω που άρχισε να περπατά προς τη θάλασσα, και τους ξάφνιασε γιατί γλιστρούσε σαν πορτοκάλι και είχε περίεργα κλαδιά. Γονάτισαν γύρω του και αυτός σταμάτησε και κούναγε απειλητικά τις δαγκάνες του.

-<Τόο;> Ρώτησε ο '14'.

-<Νόο>, είπε ο Αλέξανδρος, δεν ήταν φυτό. <Τάκτάκ>, πρόσθεσε διστακτικά.



Τους έκανε εντύπωση, τι είδους τροφή ήταν αυτή που γλίστραγε μόνη της χωρίς να την αγγίζει κανείς! Ο Αλέξανδρος πήρε ένα κλαδάκι, το πλησίασε στον αστακό που το άρπαξε με τις δαγκάνες του και ξεσήκωσε τις κραυγές τους. Μετά έριξε άμμο επάνω του, τον έπιασε με προσοχή και τον έβαλε πάνω στα κάρβουνα. Έβαλε κοντά και τα μύδια έσκισε και ένα λεμόνι και τους έκανε νόημα να καθίσουν.



Ξετρελάθηκαν με την νοστιμιά στην αρχή των μυδιών και μετά του αστακού. Εκείνο το βράδυ παίζανε μιμούμενοι τις κινήσεις του και ο Αλέξανδρος σκέφτηκε με ανακούφιση ότι δεν είχαν καταλάβει.









 ‘Ήταν   στο βράχο με το τουρσί όταν '9' ξεφώνησε πιάνοντας την κοιλιά της. Άρπαξε τις παλάμες των διπλανών της και τις έβαλε πάνω της, οι υπόλοιποι την  μιμήθηκαν χαλαρά και ξαφνικά ένοιωσαν το χτύπημα.



Έτρεξαν στον Κχάκχά, του έδειξαν την κοιλιά και η '9' αναπαρέστησε τη κίνηση που ένοιωθε λέγοντας <Μπλό, Μπλό>. Μετά άγγιξε το κεφάλι της και είπε <Νόο>.



Ο Αλέξανδρος την χειροκρότησε και καθώς τον κοίταζαν με ενδιαφέρον πήρε ένα σκόρδο και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Τους οδήγησε στα μονοετή σπαρτά στο ρυάκι. Πάντα όταν έπαιρναν ένα σκόρδο ή ένα κρεμμύδι φύτευαν στη θέση του ένα άλλο, έτσι τα συγκεκριμένα φυτά ήταν σε διάφορα στάδια εξέλιξης. Τους έδειξε μία σκελίδα και την έβαλε στη γη. Μετά έδειξε μία πράσινη κορυφούλα που μόλις είχε ξεμυτίσει από το χώμα, μετά ένα λίγο μεγαλύτερο φυτό και συνέχισε μέχρι να καταλήξει σε ένα πλήρες φυτό. Όλοι συμφώνησαν, το ήξεραν αυτό. Ο Αλέξανδρος έδειξε το ολοκληρωμένο φυτό και έβαλε δίπλα του τις παλάμες του καθορίζοντας το μέγεθός του. Μετά πλησίασε ένα μικρότερο και μίκραινε την απόσταση στις παλάμες του. Έφτασε μέχρι τη μικρότερη κορφή και έδειξε το μέγεθός της χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά του. Και πάλι όλοι συμφώνησαν. Τότε ο Αλέξανδρος έδειξε το ύψος της '9'. Μετά μίκραινε τις αποστάσεις μέχρι να καταλήξει στο σχήμα με τα δάχτυλα του και αυτό το ακούμπησε πάνω στην κοιλιά της.



Έμειναν άφωνοι για λίγο και κοιτάχτηκαν για να διαπιστώσουν τι είχαν καταλάβει.



-<Κχάκχά;> είπε ο '14 και έδειξε το ύψος του φέρνοντας την παλάμη του δίπλα στο κεφάλι του. Με κοφτές κινήσεις μίκραινε την απόσταση από το έδαφος, έπεσε στα τέσσερα και άρχισε να μπουσουλά, πλησίασε το χέρι του στο χώμα, έδειξε τα δύο του δάχτυλα και κατέληξε στην κοιλιά του λέγοντας <Μπλό;>.



Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε. Πήγαινε μπροστά σε κάθε μία γυναίκα και έδειχνε τα στήθη της, τα γεννητικά της όργανα, την κοιλιά της και έλεγε <Μπλό>. Μετά έδειξε τα γεννητικά όργανα των ανδρών και τις κοιλιές τους και είπε <Νόο Μπλό>.



Το σκέφτηκαν για λίγο και ο '14' πήρε μία σκελίδα την ακούμπησε στο έδαφος και είπε <Τόο>. Πλησίασε την '9' ακούμπησε τη σκελίδα στο στόμα της και κατέβασε το χέρι του μέχρι την κοιλιά της.



-<Μπλό>;

Ο Αλέξανδρος έγνεψε αρνητικά. Έδειξε τον βολβό με τα σκόρδα και τον ακούμπησε στις κοιλιές των ανδρών. Γονάτισε μπρος στον '14' κράτησε το βολβό στην κοιλιά του και με το δάκτυλό του έδειξε μία κατεύθυνση μέχρι την άκρη του πέους του. Ο '8' ήρθε κοντά του για να το δείξει και σε αυτόν, γεγονός που προξένησε χάχανα. Ο Αλέξανδρος έδειξε απαλά, έδειξε το αιδοίο της '9' και ένωσε τα χέρια του.









Την πρώτη χρονιά που έζησαν στην σπηλιά, όταν άνθησαν οι κερασιές, σκέφτηκε να χαράξει μία γραμμή στο τοίχωμα και να το επαναλαμβάνει κάθε άνοιξη, ώστε να γνωρίζει τα χρόνια που περνούν. Άλλαξε αμέσως γνώμη και ευχήθηκε αυτοί οι άνθρωποι να μην γίνουν δεσμώτες του Χρόνου, να μην ανακαλύψουν τα ημερολόγια και τα ρολόγια. Αν ξέρεις τα χρόνια που πέρασαν υπολογίζεις και τα χρόνια που θα έρθουν, υπνωτίζεσαι και εγκλωβίζεις τον εαυτό σου σε κάποια ηλικιακά όρια που είναι πιθανότερο να τα ‘προγραμματίσεις’, μοιραία σωστά.



Όλες οι γυναίκες, εκτός από την '13', είχαν μείνει έγκυες. Ο Αλέξανδρος πολλές φορές χάιδευε τις φουσκωμένες τους κοιλιές και χειροκροτούσε χαρούμενα. Οι άνδρες κοιτούσαν με ενδιαφέρον και συγκρίνανε τα μεγέθη τους βάζοντας τη μία δίπλα στην άλλη.



Ήταν πάλι η εποχή των κερασιών, ο Αλέξανδρος τα είδε που είχαν κοκκινίσει και τους έκανε νόημα ότι μπορούσαν να φάνε. Αυτό προκάλεσε τους πανηγυρισμούς τους γιατί τρελαίνονταν με τα κεράσια, έφεραν την μακριά σκάλα που είχαν κάνει και την χρησιμοποιούσαν για να ανεβαίνουν στα ψηλά δέντρα, έκαναν χώρο στην '1' για να σκαρφαλώσει πρώτη. Ο Αλέξανδρος όμως την έπιασε από το χέρι και την εμπόδισε. Τον κοιτάξανε ξαφνιασμένοι, ο Κχάκχά έδειξε την κοιλιά της και έγνεψε αρνητικά, με τον ίδιο τρόπο σταμάτησε και την '2' δείχνοντας την κοιλιά της, έτσι ο '3' χαρούμενος σκαρφάλωσε και έπιασε το πρώτο κεράσι, το πέταξε στον Αλέξανδρο, αυτός το δοκίμασε και έγνεψε καταφατικά.



Χειροκρότησαν και χτύπησαν τα πόδια τους στο έδαφος, η '4' πλησίασε τη σκάλα αλλά ο Αλέξανδρος την σταμάτησε γελώντας με την λαχτάρα της, την κράτησε στην αγκαλιά του, μάζεψε και τις υπόλοιπες γυναίκες γύρω του,  και άφησε μόνο την '13', που δεν ήταν έγκυος.



Αυτή ανέβηκε ενθουσιασμένη ακολουθούμενη από τον '14'. Τα αγόρια πειθαρχημένα έτρωγαν ένα κεράσι και ένα πέταγαν κάτω. Η '13' που ήταν πιο ελαφριά από τους άντρες ανέβηκε στα ψηλότερα κλαδιά και πείραζε τις άλλες που της έκαναν νόημα να τους πετάξει, τρώγοντας επιδεικτικά. Βρήκε το καλύτερο κλαδί που ήταν υπερβολικά φορτωμένο με καρπούς και σκέφτηκε να δώσει τέλος στο μαρτύριό τους, δίνοντάς το ολόκληρο. Το έκοψε και τις το πέταξε, αυτές ενθουσιασμένες την επευφημήσανε. Η '13' ευχαριστήθηκε με την χαρά τους και άρχισε να χοροπηδά στο κλαδί της.



Ο Αλέξανδρος είδε τον κίνδυνο, φώναξε ασυναίσθητα ‘ΜΗ…’ αλλά δεν πρόλαβε. Κανένα κλαδί δεν εμπόδισε την πτώση της και γελούσε μέχρι που έφτασε στο έδαφος. Στο πρόσωπό της υπήρχε χαμόγελο, τα μάτια της κοίταζαν σχεδόν πονηρά και μόνο ο λαιμός της είχε σπάσει.



Έκλεισε τα μάτια της πριν προλάβουν να τα δουν οι γυναίκες που πλησίαζαν λέγοντας <Μή Μή>. Την κοίταξαν, έκαναν νόημα στους άντρες ότι κοιμόταν και σταμάτησαν τη φασαρία. Δεν τους φάνηκε παράξενο, επειδή ήταν εύκολοι στον ύπνο, όταν νύσταζαν ξάπλωναν και κοιμόνταν αμέσως. Έτρωγαν σιωπηλά τα κεράσια τους και άφηναν κάθε τόσο μερικές χούφτες κοντά στο κεφάλι της.



Ο Αλέξανδρος ξάπλωσε δίπλα της νοιώθοντας διαλυμένος. Σκέπασε το κεφάλι του για να μην δουν τα δάκρυά του και μέσα από το μπράτσα του είδε το ακίνητο πόδι της. Σκέφτηκε τα χιλιόμετρα που δεν θα διανύσει, τα άλματα που δεν θα ορμήσει, τους χορούς που δεν θα στριφογυρίσει, την άμμο που δεν θα βυθιστεί, το βάρος της που δεν θα σηκώσει…



‘Έφυγες νωρίς μικρή μου’.



Λυπόταν που δεν θα ήταν μαζί τους, λυπόταν για αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει, αλλά πάνω από όλα λυπόταν για όλα αυτά που δεν είχε καταλάβει.



Οι ώρες περνούσαν και αυτοί έρχονταν ακροπατώντας για να τους δουν, τους έκανε εντύπωση που κοιμόνταν ακόμη αλλά έφευγαν σιωπηλοί. Για να μην τους ενοχλούν έμεναν στην σπηλιά και όταν έπαψαν να ακούγονται οι φωνές τους ο Αλέξανδρος σηκώθηκε, έβαλε δύο κλαδιά από την ελιά στις θέσεις τους την πήρε στα χέρια του και απομακρύνθηκε για να την θάψει, δεν είχε αντοχή να τους δείξει αυτή τη στιγμή τον θάνατο. Όταν επέστρεψε πέταξε το ένα κλαδί, σκόρπισε τα κεράσια τριγύρω με βαριά καρδιά και ξάπλωσε.



Το πρωί ξύπνησε από τις αναστατωμένες φωνές τους. Ανακάθισε και τους κοίταξε, είχαν γονατίσει και ο '14' κρατούσε στο χέρι του το κλαδί ελιάς.

-<Μπόο;> τον ρώτησε.

-<Νόο>, είπε και έδειξε τα μάτια του ότι δεν την είχε δει.

-<Τόο>, είπε η '9' και έδειξε την κερασιά για τους καρπούς που έλειπαν από δίπλα της.

Όλοι συμφωνούσαν ότι είχε φάει τα κεράσια της και κάπου είχε πάει.



Την περίμεναν και ήταν ανήσυχοι και θλιμμένοι. Ανέβαιναν συνέχεια στην κορυφή του λόφου και κοίταζαν τριγύρω. Ο '14' τους φώναξε και έκανε νόημα ότι θα τρέξει μέχρι εκεί που πήγαν και κολύμπησαν και θα ψάξει να τη βρει. Όλοι τον χειροκρότησαν και ήθελαν να πάνε και αυτοί μαζί του. Ο Αλέξανδρος όμως έκανε νόημα στις γυναίκες ότι δεν έπρεπε να τρέχουν.



Ξεκίνησαν οι άντρες, οι γυναίκες ανέβηκαν στον λόφο, τους κοίταζαν μέχρι που χάθηκαν όμως δεν έφυγαν από τη θέση τους, ένοιωθαν πολύ μόνες, μαζεύτηκαν κοντά και αγκαλιάστηκαν. Όταν ο ήλιος άρχισε να καίει ο Αλέξανδρος τις φώναξε να κατέβουν. Υπάκουσαν αλλά κάθε τόσο ανέβαινε μία για να δει. Ήταν η σειρά της '10' να ελέγξει και όταν έφτασε στην κορυφή κοίταξε με προσοχή και άρχισε να φωνάζει <Μπόο, Μπόο>.



Έφυγαν τρέχοντας, πριν προλάβει να τις συγκρατήσει ο Αλέξανδρος, ανέβηκαν και κοίταξαν με λαχτάρα προς τη κατεύθυνση που ήξεραν και που τους έδειχνε η '10'. Μια κουκίδα ήταν που όλο πλησίαζε. Όταν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν οι κουκίδες, έβαλε η '1' την κάθε μία στη σειρά της και κατάλαβαν με απογοήτευση ότι η '13' έλειπε. Κοίταξε τις άλλες και η '10' συμφώνησε μαζί της δείχνοντας τις παράλληλες γραμμές που είχε χαράξει όταν ξεκίνησαν. Δεν είχε προσθέσει μία στην επιστροφή τους.









Έτρωγαν κάτω από την ελιά, και ο '14' έδειξε το κρέας, τα αβγά, τα δένδρα, πρώτη φορά τους γεννήθηκε η απορία, ποιο δένδρο ήταν αυτό που έκανε αυτά τα παϊδάκια, τα κοτόπουλα και τους άσπρους καρπούς….

Ο Αλέξανδρος τους έδειξε το ρυάκι τους και σχημάτισε στο έδαφος ένα πέταλο. Αυτοί έγνεψαν ότι κατάλαβαν. Έδειξε τον λόφο με τη σπηλιά τους και έκανε ένα κύκλο. Μετά χάραξε μία γραμμή και τους έδειξε το ποτάμι. Όλοι συμφώνησαν ότι κατάλαβαν. Ο Αλέξανδρος προέκτεινε το ποτάμι προς τα κάτω, έκανε ένα χ και μιμήθηκε ότι κολυμπάει. Τα παιδιά, συμφώνησαν χαμογελώντας. Προέκτεινε την γραμμή-ποτάμι προς τα επάνω και έβαλε ένα άλλο χ. Τους το έδειξε με έμφαση και έδειξε τα αβγά και τα κρέατα. Πρώτος ο '14' αντέδρασε με ενδιαφέρον. Έδειξε τους εαυτούς τους, και με τα δάχτυλά του έκανε περπάτημα κατά μήκος τους ποταμού. Ο Αλέξανδρος συμφώνησε, έπρεπε να τους πάει στο χώρο των ζώων. Έπρεπε να γνωρίσουν την κινούμενη τροφή και τον θάνατο.







Τους ξύπνησε πρωί και τους έκανε νόημα ότι θα περπατούσαν προς την επάνω πλευρά του ποταμού. Συμφώνησαν με χαρά. Περπατούσαν και σιγά- σιγά έφτιαχνε η διάθεσή τους στην ιδέα του καινούργιου που θα μάθαιναν. Το είχε ανάγκη η μουδιασμένη ψυχή τους γιατί η απουσία της '13' ήταν απουσία ενός κομματιού από τον κάθε ένα.



Σταματούσαν συχνά γιατί δεν ήθελε να κουραστούν οι γυναίκες και οι άντρες που είχαν ανάγκη την κίνηση έτρεχαν μπροστά και επέστρεφαν. Φτάσανε αργά το απόγευμα, μπήκε στο ποτάμι και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Ανέβηκαν το ύψωμα και είδαν για πρώτη φορά το χώρο των ζώων. Χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι και έτρεξαν με λαχτάρα προς τα δέντρα.



Εκεί, μπρος τα έκπληκτα μάτια τους μία κότα πήδηξε από το κλαδί και έφυγε τρέχοντας. Δεν πρόλαβαν ούτε να φωνάξουν και από το δέντρο έπεσαν σαν ώριμα φρούτα ένα σμήνος από κοτόπουλα που απομακρύνθηκαν κακαρίζοντας.



Τον κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα και ήταν τέτοια η έκπληξή τους που ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια και δικαιολόγησε για άλλη μία φορά το όνομα που του έδωσαν.



Και τότε είδαν την κάθοδο των γουρουνιών. Ήταν κατάλληλη ώρα για να πάνε στο ρυάκι, να πιούν νερό και να χωθούν στην λάσπη. Πέρασαν σιωπηλά από δίπλα τους αφήνοντάς τους με έντονη μυρωδιά και απορία.



-<Εεέι>.! είπε ο '3' και έδειξε. Τα αρνιά ήταν ξαπλωμένα και φαίνονταν σαν βραχάκια, κάποιο που σηκώθηκε τον έκαναν να τα παρατηρήσει.



Δεν ήξεραν προς τα πού να κοιτάξουν και τι να πρωτοδούν. Περικύκλωσαν τον Αλέξανδρο και αυτός τους είπε βάζοντας λίγο δισταγμό στη φωνή του ότι ήταν <Τάκτάκ>.



Τι περίεργη τροφή!



Ακολούθησαν τα γουρούνια και τα είδαν να πίνουν νερό και να πλατσουρίζουν απολαυστικά. Πλησίασαν τα αρνιά και μερικά ενοχλημένα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν βελάζοντας. Ο '8' γράπωσε ένα μικρό και το κράτησε στην αγκαλιά του. Όλοι πλησίασαν και περιεργάστηκαν το αρνάκι. Μα τι τροφή είναι αυτή που μπορεί και σε βλέπει; Τι τροφή είναι αυτή που μπορεί να θέλει ή να μη θέλει να την κρατάς; Τι τροφή είναι αυτή που όταν την αφήνεις απομακρύνεται τρέχοντας;



Χτύπαγαν νευρικά τα κεφάλια τους για να δείξουν ότι δεν καταλαβαίνουν.



Ένας κόκορας επιτέθηκε σε μία κότα και ανέβηκε πάνω της. Άνοιξαν τα μάτια και τα στόματά τους όταν κατάλαβαν από τις κινήσεις τους τι έκαναν.

-<Αχάχ!> έδειξε ο '8' σχεδόν τρομαγμένος.

Μα τι τροφή είναι αυτή τέλος πάντων που κάνει έρωτα;



Ο '8' γονάτισε και περπάτησε με τα χέρια και τα πόδια, σήκωσε τα χέρια του ανοιγόκλεισε τα δάχτυλά του και μιμήθηκε τις κινήσεις του αστακού, μετά έδειξε το στόμα του και την κοιλιά του.

-<Τάκτάκ>…, είπε λυπημένα.

Η '1' που είχα αδυναμία στα κοτόπουλα, αναγνώρισε τις κότες.

-<Τάκτάκ>, είπε, προβληματισμένη.



Μαζεύτηκαν και κοιτάζονταν ερευνητικά. Κοίταζαν τα ζωντανά πλάσματα γύρω τους και δυσκολεύονταν να δεχτούν ότι ήταν τροφή. Έριχναν και μερικές ματιές στον Αλέξανδρο που κατάλαβε ότι για πρώτη φορά αμφέβαλαν γι’ αυτόν.



Συγκλονίστηκαν. Είχαν ανάγκη να πιστεύουν στον Αλέξανδρο. Είχαν ανάγκη να φαντάζονται ότι ξέρει τα πάντα και ό,τι κάνει ή ό,τι λέει είναι το σωστό. Ήθελαν να είναι τέλειος για να μπορέσουν και αυτοί να φτάσουν στην τελειότητα.



-<Κχάκχά>, είπε ο '14', έδειξε τα ζώα γύρω τους και συμπλήρωσε,< Νοό Τάκτάκ>.

-<Νοό Τάκτάκ>, είπαν και οι άλλοι.

Για πρώτη φορά διαχωρίστηκαν από αυτόν, για πρώτη φορά είχαν την δική τους γνώμη.

-<Νοό Τάκτάκ>, συμφώνησε μαζί τους.

-<Μπότάκ>, είπε η '1'.

Η λέξη ‘Μπό’ είχε διάφορες έννοιες. Σήμαινε εγώ, εσύ, εμείς … Τώρα η '1' βρήκε καινούργια λέξη.

-<Μπότάκ>, συμφώνησαν μαζί της και οι άλλοι.

-<Μπότάκ>, είπε και ο Αλέξανδρος και χειροκρότησε.

Έτρεξαν κοντά του και τον αγκάλιασαν ελπίζοντας να σβήσει γρήγορα αυτή η σπίθα αμφιβολίας που άναψε μέσα τους.



'Επρεπε να τους εξηγήσει. Ζήτησε την προσοχή τους.



Έδειξε την περιοχή και σχημάτισε ένα κύκλο στο έδαφος. Έδειξε τις κότες και σχημάτισε 2 μέσα στον κύκλο. Έδειξε τα αρνιά και έκανε 2 σχήματα που θύμιζαν αρνιά. Έκανε το ίδιο με τα γουρούνια. Έδειξε τα φυτά λέγοντας <Τόο> και σχημάτισε 6 καρώτα, επανέλαβε <Τόο>. Έγνεψαν ότι κατάλαβαν την αντιστοιχία. Ζήτησε την προσοχή τους και έδειξε το ένα αρνί. Με τα δάχτυλά του, περπάτησε μέχρι το ένα καρώτο, είπε <Τάκτάκ> έδειξε ότι μασάει, την κοιλιά του, και έσβησε το καρώτο. Τα παιδιά συμφώνησαν. Σταδιακά, έσβησε όλα τα καρώτα, και μετά έδειξε τα ζώα. Μιμήθηκε ότι ήταν ανήσυχος, έδειχνε την κοιλιά του, και έλεγε <Τάκτάκ>, έκανε ότι πείναγε και έλεγε <Τάκτάκ>. Τον κοίταξαν προβληματισμένα. Ζήτησε πάλι την προσοχή τους και ξανασχημάτισε τα καρώτα. Έδειξε το αρνί, που πηγαίνει και τρώει το ένα καρώτο, και μετά έδειξε, τον εαυτό του. Βημάτισε με τα δάχτυλά του στο κύκλο, έδειξε ότι παίρνει το άλλο αρνί, το έσβησε από το κύκλο, και έδειξε τους εαυτούς τους, να το τρώνε. Τα παιδιά αντέδρασαν ενοχλημένα. Έδειξε, το γουρούνι, έσβησε το καρώτο, και μετά έδειξε τον εαυτό του, να παίρνει το άλλο γουρούνι, το έσβησε από το έδαφος, και έδειξε πάλι τους εαυτούς τους να το τρώνε. Τότε ο '14' είπε <Ω>. Πρώτα αυτός κατάλαβε, ότι αν αυτοί δεν έτρωγαν κάποια από τα <Μπότακ> δεν θα έμενε αρκετή τροφή για τα άλλα. Και τότε η σκέψη του έκανε το επόμενο συμπέρασμα και μετά μία τρομερή ερώτηση...

Τα πόδια του λύγισαν και έκατσε στο έδαφος. Έκλεισε τα μάτια και σχεδόν δεν ανάσανε. Μετά  πήρε ένα σβόλο χώμα και κοίταξε τον Αλέξανδρο.

-<Κχακχα;> ρώτησε, έδειξε τα ζώα και τον σβόλο, το διέλυσε μέσα στη χούφτα του και άφησε το χώμα να κυλίσει στο έδαφος.

ο Αλέξανδρος έγνεψε καταφατικά, λυπημένα.

Ο '14' πήρε ένα άλλο σβόλο και έδειξε τους εαυτούς τους. Το διέλυσε λέγοντας ΄ΜΗ΄  και τα μάτια του ήταν τεράστια από την λαχτάρα της άρνησης...

Όμως πήρε κατάφαση.

Ο '14' αισθάνθηκε φοβερά εξαντλημένος, έπρεπε να κοιμηθεί. Έγειρε στο πλάι, συρρικνωμένος από τη σκέψη του θανάτου. Και τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν ζωντανός.

 









Ο Αλέξανδρος ξύπνησε αναστατωμένος, ένοιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τους είδε στο γλυκοχάραμα που κοιμόταν αγκαλιασμένοι κάτω από τα δέντρα. Πήγε στη σπηλιά και είδε τα πιτσιρίκια που κοιμόταν και αυτά ήσυχα. Όχι, δεν ήταν για αυτούς η αιτία της ανησυχίας του. Ακροπατώντας για να μην τους ξυπνήσει έκοψε ένα κλαδί από την ελιά και το έβαλε στην θέση που κοιμόταν συνήθως, ήθελε να μείνει μόνος να αφουγκραστεί αυτή την ανησυχία που ένοιωθε μέσα του. Περπάτησε κατά μήκος του ποταμού και όταν απομακρύνθηκε αρκετά έκατσε δίπλα στο νερό.

Έκλεισε τα μάτια και άφησε το μυαλό του να πετάξει στον χώρο.

Είδε την εικόνα του Κωνσταντήν.

‘Δάσκαλε’…

Λαμπερό φως περιέβαλε το σώμα του, τον κοίταζε και χαμογελούσε.

‘Φεύγω’…

‘Να έρθω μαζί σου Δάσκαλε;’

‘Είσαι απαραίτητος εδώ…’

‘Μέχρι πότε;’

‘Θα καταλάβεις..’

Το φως άρχισε να εξασθενεί μέχρι που εξαφανίστηκε.

'Ευχαριστώ, Δάσκαλε’...

Κατάλαβε το λάθος του. Δεν έπρεπε να τον αποκαλεί 'δάσκαλο'. Το πνεύμα του έχει όνομα, με αυτό το όνομα θα πρέπει να αναφέρεται σε αυτόν.

‘Ευχαριστώ, Κωνσταντήν…’


Δεν υπάρχουν σχόλια: